Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Πού το άκουσες αυτό

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και οι βραδινές δουλειές στην κατασκήνωση είχαν τελειώσει. Τα μικρά παιδιά κοιμόντουσαν , ενώ τα μεγαλύτερα, οι ομαδάρχες , όπως σχεδόν κάθε βράδυ , μαζεμένα στα πέτρινα σκαλιά έξω από το μικρό ξωκλήσι έλεγαν ιστορίες τρόμου. Ιστορίες με ξωτικά και φαντάσματα , νεράιδες και αερικά. Ιστορίες που κάθε παιδί έχει ακούσει από τις γιαγιάδες και τους παππούδες του γύρω από την ασφάλεια της φωτιάς ενός τζακιού ή ξαπλωμένο στο κρεβάτι του. Εκείνο το βράδυ όμως ειπώθηκε μια ιστορία την οποία κανείς τους δεν είχε ξανακούσει. Μια ιστορία για αυτό το ίδιο το εκκλησάκι στα σκαλιά του οποίου κάθονταν τώρα υπό το φως του φεγγαριού. Την ιστορία είπε το καινούργιο παιδί , ο καινούργιος ομαδάρχης που καταγόταν από εκεί. ''Πριν μερικά χρόνια'' , ξεκίνησε να λέει , ''όχι πολλά χρόνια , αλλά σίγουρα αρκετά χρόνια πριν φτιαχτεί εδώ η κατασκήνωση , ο τόπος εδώ γύρω ήταν ένα κοιμητήριο. Ένα νεκροταφείο στο οποίο οι κάτοικοι των γύρω χωριών έθαβαν τους δικούς τους. Δεν ήταν τίποτα ιδιαίτερο , μία μεγάλη χωμάτινη αλάνα με ένα μικρό ξύλινο παρεκκλήσι ίσα για να αφήσει κάποιος ένα κερί ή να κρύψει λίγο λάδι για τα φυτίλια των καντηλιών των μνημάτων''. Τα παιδιά γύρω του ασυναίσθητα ήρθαν όλα πιο κοντά νιώθοντας μια ανατριχίλα στην πλάτη τους , κόλλησαν σχεδόν το ένα με το άλλο και τον παρότρυναν να συνεχίσει την ιστορία του. ''Τότε , μια μέρα σαν όλες τις άλλες εμφανίστηκε στο χωριό ένας άντρας , ένας ξένος. Ήταν πολύ κουρασμένος , τα ρούχα του μαύρα και σε άθλια κατάσταση , τα παπούτσια του φαγωμένα , αξύριστος και περπατούσε με δυσκολία. Οι χωριανοί από το καφενείο τον είδαν και ενώ ήθελαν να πάνε κοντά του να τον βοηθήσουν και να του προσφέρουν φαγητό νερό και ξεκούραση , κάτι μέσα τους δεν τους άφηνε. Μόνο ένας πήγε , ένα παλικάρι που όλοι στο χωριό τον φώναζαν αλαφροϊσκιωτο γιατί έμοιαζε πάντα να είναι αλλού. Παραμιλούσε , περπάταγε μόνος του τα βράδια χωρίς να πηγαίνει κάπου συγκεκριμένα , μέχρι και που κάποιοι ισχυρίζονταν πως τον είχαν ακούσει να μιλάει σε κάποιον δίπλα στο ποτάμι άλλα όταν κοίταξαν δεν είδαν κανέναν άλλο μαζί του. Αυτός λοιπόν πήγε στον ξένο κ αφού τον βοήθησε , ο ξένος του είπε κάτι κ αυτός με χαρά γύρισε στο καφενείο όπου εκτός των άλλων καθόταν κ ο δήμαρχος του χωριού. - Ο ξένος λέει πως θέλει να μείνει εδώ , στο χωριό , και πως αν τον βοηθήσουμε να χτίσει μια καλύβα θα μας βοηθάει με τις δουλειές , είπε ο αλαφροϊσκιωτος στον δήμαρχο. Αυτός όμως όπως κ όλοι οι υπόλοιποι ένιωθαν περίεργα για τον ξένο. Κανείς όμως δε το παραδεχόταν ούτε είπε κάτι , κ ο δήμαρχος συμφώνησε να τον αφήσουν να χτίσει μια καλύβα , όμως στην άκρη του χωριού''. Τα παιδιά εκείνη τη στιγμή ασυναίσθητα κοίταξαν γύρω τους ψάχνωντας για μια καλύβα , μιας και ήξεραν πως η κατασκήνωση ήταν φτιαγμένη στην άκρη του χωριού , εκεί που όπως έμαθαν ήταν το νεκροταφείο. ''Ο ξένος με την βοήθεια του αλαφροϊσκιωτου έχτισε μια καλύβα δίπλα στο μικρό παρεκκλήσι στο νεκροταφείο'' , είπε ο καινούργιος , και συνέχισε ''και εκεί έμενε και κανείς δεν τον ενοχλούσε κ αυτός φρόντιζε χωρίς κανείς να του πει τίποτα , τα μνήματα. Άναβε τα καντήλια , άλλαζε τα λουλούδια και καθάριζε από τα χώματα τα μνήματα''. Έτσι κάθε βράδυ οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού έβλεπαν στην άκρη του πολλές πολλές μικρές φωτιές , σαν πυγολαμπίδες ακίνητες στο ίδιο σημείο , και ήξεραν πως ήταν τα καντήλια των νεκρών που κράταγε αναμμένα ο ξένος''. Ένα βράδυ όμως , μια καλοκαιρινή νύχτα , ο ουρανός δεν είχε φεγγάρι και οι φωτίτσες φαίνονταν τόσο έντονα όσο ποτέ. Όσοι ήταν στο καφενείο εκείνο το βράδυ αλλά κ όσοι ήταν στα πιο κοντινά στο νεκροταφείο σπίτια , άκουσαν ένα περίεργο βουητό που θύμιζε σεισμό. Το βουητό μια δυνάμωνε και μια έπεφτε και περίεργοι αλλά και τρομαγμένοι οι χωριανοί βγήκαν από το καφενείο κ απ τα γύρω σπίτια να δουν τη συνέβη. Τότε είδαν μακριά εκεί στην άκρη του χωριού , στο νεκροταφείο , τα καντήλια να λάμπουν τόσο δυνατά όσο ποτέ. Και τη στιγμή που το βουητό δυνάμωσε απότομα τότε όλοι είδαν τις φλόγες να πετούν ψηλά από όλα τα μνήματα και να χάνονται στον σκοτεινό ουρανό. Όλοι φοβισμένοι έφυγαν για τα σπίτια τους αφού συμφώνησαν πως την επόμενη μέρα , Κυριακή , θα το έλεγαν στον παπά του χωριού που θα ερχόταν από το διπλανό χωριό για την λειτουργία. Την άλλη μέρα ο δήμαρχος , ο παπάς και άλλοι 4 άντρες ξεκίνησαν για το νεκροταφείο. Και εκεί τους περίμενε ένα θέαμα που δεν είχαν ξαναδεί. Όλα τα μνήματα είχαν απάνω τους ένα μεγάλο σκούρο σημάδι σαν από φωτιά. Η καλύβα του ξένου είχε διαλυθεί και το μικρό παρεκκλήσι ήταν όλο μαυρισμένο σαν καμμένο. Όμως κανείς δεν είδε να παίρνει φωτιά. Ο παπάς είπε τις προσευχές του , και είπε στον δήμαρχο πως δε πρέπει να θαφτεί κανένας ξανά εκεί. Όλοι συμφώνησαν και εκείνη η άκρη του χωριού παραμελήθηκε τόσο που σε μερικά χρόνια έγινε μια επέκταση του δάσους γύρω από το χωριό''. Όλα τα παιδιά τώρα ήταν σχεδόν κουλουριασμένα το ένα πάνω στο άλλο. Κάποιος είπε πως ήταν μια καλή ώρα να πηγαίνουν κ όλοι συμφώνησαν. Σηκώθηκαν όλοι μαζί και άθελα τους είδαν πως όλα τα κεράκια που είχε το ξωκλήσι δεξιά κ αριστερά της πόρτας τρεμόπαιζαν . Περίεργο πράγμα σκέφτηκαν αφού δεν φυσούσε καθόλου τόση ώρα , και τρομαγμένα κατά βάθος συμφώνησαν όλοι μαζί να φύγουν. Φεύγοντας σκέφτηκαν να ρωτήσουν τον καινούργιο από πού άκουσε αυτή την ιστορία αλλά τότε κατάλαβαν πως αυτός δεν ήταν ανάμεσά τους. Σταμάτησαν τότε κ άκουσαν κάποιον να ψυθιρίζει λίγο πιο πέρα. Όλοι πήγαν αθόρυβα προς τα κει με την καρδιά τους να χτυπάει δυνατά και είδαν τον καινούργιο να κάθεται σ ένα βραχάκι δίπλα στο μικρό ποταμάκι και με γυρισμένη την πλάτη προς αυτούς να μιλάει και να κοιτάει απέναντι λες και κάποιος στεκόταν εκεί και του απαντούσε. Νόμιζαν πως τους έκανε πλάκα , θέλησαν να πλησιάσουν και τότε ένα βουητό ακούστηκε. Όλοι πανικοβλήθηκαν επηρεασμένοι από την ιστορία κ άρχισαν να ανεβαίνουν γρήγορα το μικρό δρομάκι προς το εκκλησάκι και την κατασκήνωση. Και τότε πάγωσαν. Γιατί κάποιος στεκόταν εκεί. Έξω από το εκκλησάκι . Φορούσε μαύρα ρούχα , ξεφτυσμένα , φαγωμένα παπούτσια ήταν σκυφτός σαν κουρασμένος πολύ, και μιλούσε σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαιναν. Και τότε είδαν με τρόμο μέσα από το παράθυρο τις φλόγες από τα κεράκια να ανεβαίνουν ψηλά , να βγαίνουν πάνω από την εκκλησία και να χάνονται ψηλά , σ έναν ουρανό που δεν είχε πλέον φεγγάρι... http://nightcastle.board-directory.com/t189p225-topic



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου