Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Μην σταματάς!

Ξύπνησα κ άνοιξα τα μάτια μου , αλλά το σκοτάδι ήταν ακόμα εδώ. Το δωμάτιο σκοτεινό και από το μοναδικό παράθυρο δεν έμπαινε καθόλου φως. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα και η νύχτα ήταν χωρίς φεγγάρι. Έμεινα ακίνητος για λίγο, σκεπασμένος με το σεντόνι αφουγκράζοντας . Τίποτα δεν ακουγόταν. Ούτε το παραμικρό. Ωστόσο τα μάτια μου δεν έλεγαν να συνηθίσουν το σκοτάδι κ μέσα μου ένας απροσδιόριστος φόβος με έκανε ανήμπορο να κουνηθώ. Όχι πως το ήθελα κιόλας. Ένιωθα πως αν κουνιόμουν , αν το σεντόνι έφευγε για λίγο έστω από πάνω μου , τότε κάτι το τρομερό θα συνέβαινε , κάτι θα έβρισκε την ευκαιρία να με τραβήξει στο σκοτάδι για πάντα. Ακίνητος , έφερα στο νου μου πάλι την εικόνα της γυναίκας που είδα στον ύπνο μου. Το δέρμα της χλωμό αλλά φωτεινό ταυτόχρονα , σαν ένα διάφανο λευκό δοχείο που από μέσα του έλαμπε ένα φεγγάρι. Τα μαλλιά της μαύρα και ολόισια , μακριά μέχρι την πλάτη της . Φόραγε ένα μακρύ λευκό νυχτικό που σκέπαζε ολόκληρα τα πόδια της , και καθώς περπάταγε (αλήθεια , περπάταγε..? ) σου έδινε την εντύπωση πως τσούλαγε σε αόρατες ρόδες ή αιωρούνταν .. Όμως το πιο παράξενο ήταν τα λόγια της .. Λόγια πιο παράξενα κ από εκείνα τα μάτια της , μάτια κατάμαυρα . Χωρίς κόρη χωρίς ασπράδι , ένα ενιαίο μαύρο χρώμα.. ''Μην σταματήσεις'' είπε , ''Μην σταματήσεις για κανέναν. Δεν θα είναι αυτό το τέλος αλλά η αρχή'' , και λέγοντας αυτά τα λόγια χάθηκε στο σκοτάδι . Τα μάτια μου συνήθισαν το σκοτεινό δωμάτιο , και το σκοτάδι άρχισε να δίνει σιγά σιγά την θέση του στο γνώριμο χώρο και τα πράγματα του δωματίου μου. Έμεινα για λίγο ακόμα ξαπλωμένος και όταν το φως άρχισε να μπαίνει και να διαλύει τις σκιές σηκώθηκα. Στο , λιγοστό ακόμα , φως του ήλιου ένιωσα καλύτερα κ άφησα στην άκρη του μυαλού μου το όνειρο κ όλη την αγωνία που το ακολούθησε , σηκώθηκα κ πήγα στο μπάνιο. Τα κρύο ντους με ξύπνησε για τα καλά , κ με το πρωινό ξέχασα τελείως την περασμένη νύχτα. Βγήκα παίρνοντας τα κλειδιά του αμαξιού κ την βαλίτσα μου. Σήμερα , πρώτη μέρα της άδειάς μου και θα την περάσω στο πατρικό μου. Ξεκίνησα λοιπόν με καλή διάθεση , το αγαπημένο cd στο αυτοκίνητο κ τίποτα που να με ανησυχεί. Το τεσσάρων ωρών ταξίδι , είναι ουσιαστικά χωρισμένο στα δύο. Δύο ώρες για να φτάσεις στην γέφυρα , και δύο ώρες από εκεί. Η γέφυρα είναι σαν ένα όριο δύο κόσμων. Μέχρι εκεί βλέπεις πολυκατοικίες , μεγάλα οικοδομήματα και τεράστιους δρόμους. Αλλά μόλις περάσεις την γέφυρα το τοπίο αλλάζει. Το νιώθεις στον αέρα που μυρίζει διαφορετικά , στα χαμηλά σπιτάκια , τα χωριουδάκια το ένα δίπλα στο άλλο και το πράσινο που κατακλύζει τον χώρο ως εκεί που φτάνει το μάτι. Η μέρα ήταν καλή κ η οδήγηση μέχρι τη γέφυρα ήρεμη και ξεκούραστη. Περνώντας την γέφυρα νιώθεις κάθε φορά πως μπαίνεις σε έναν άλλο κόσμο. Κ όσο πιο κοντά στον προορισμό σου πας , τόσο πιο πολύ χάνεσαι σ αυτόν.. Η διαδρομή και το τοπίο με συνεπήραν τόσο πολύ , που δεν κατάλαβα πως πέρασε ακόμα μία ώρα. Ξαφνικά όμως ένα απροσδιόριστο συναίσθημα με έβγαλε απ τον λήθαργο. Κάτι δεν πήγαινε καλά κ όμως όλα φαίνονταν φυσιολογικά. Όμως τί ήταν αυτό που με ενοχλούσε? Σκεφτικός έκοψα ταχύτητα κ άρχισα να παρατηρώ γύρω μου. Στον δρόμο μπροστά μου αλλά και πίσω μου δεν υπήρχε ούτε ένα αυτοκίνητο , η περιοχή που βρισκόμουν τώρα δεν είχε ούτε ένα σπιτάκι και η μουσική στο αμάξι είχε σταματήσει χωρίς να μπορώ να θυμηθώ το πότε..Πόση ώρα οδηγούσα έτσι , στην ''ερημιά'' χωρίς μουσική , χωρίς αυτοκίνητα , χωρίς σπίτια γύρω , ακόμα ακόμα χωρίς κάποιο ζώο να περνάει η να κινείται στις άκρες του δρόμου.. Ένα σύννεφο είχε καλύψει τον ήλιο κ το τοπίο έγινε μουντό και βαρύ. Αν δεν είχα αυτό το συναίσθημα της εγρήγορσης? φόβου? τότε σίγουρα θα ένιωθα κάτι σαν μελαγχολία. Ξαφνικά στην άκρη του δρόμου , καθισμένος σε μια πέτρα σαν να περίμενε κάτι , ένας ηλικιωμένος κοιτούσε προς το μέρος μου.. Ντυμένος με ντόπια ρούχα , κρατώντας μια ξύλινη μαγκούρα , καθώς το αυτοκίνητο τον πλησίαζε , σηκώθηκε όρθιος. Δίπλα του φάνηκε κ ένα μεγάλο μαύρο σκυλί , αφύσικα ακίνητο κ αυτό να κοιτάζει το αυτοκίνητο. Έκλεισα τα μάτια μου για μια στιγμή κ τα άνοιξα με την ελπίδα πως δε θα ήταν εκεί. Αλλά σαν να μην είχαν κουνηθεί καθόλου συνέχιζαν να με κοιτάνε να πλησιάζω. Ο άντρας τότε σήκωσε το ραβδί του και μου έκανε νήμα να σταματήσω. Εγώ νιώθοντας πραγματικά σαν υπνωτισμένος πάτησα το φρένο κ άρχισα να σταματάω ενώ ταυτόχρονα άρχισα να κρυώνω κ η ανάσα μου έβγαινε πια με δυσκολία. Το αυτοκίνητο έκοβε ταχύτητα κ θα σταματούσε ακριβώς μπροστά τους. Κάτι στο βάθος του μυαλού μου προσπαθούσε να ακουστεί , κάτι ούρλιαζε εκεί μέσα , αλλά οι ματιές τους ήταν τόσο έντονες που ένιωθα υπνωτισμένος. Και τότε κάτι σαν να έσκασε μέσα στο μυαλό μου τινάχτηκα στο κάθισμα και στη σκέψη μου ήρθε έντονα η ασπροφορεμένη γυναίκα με τα μαύρα μάτια. ''Μην σταματάς για κανέναν'' είπε μέσα στο μυαλό μου και η ματιά της ήταν σαν να με διαπέρασε. Τινάχτηκα σαν να ξύπναγα από όνειρο και πίεσα το γκάζι. Το αυτοκίνητο άνοιξε γρήγορα ταχύτητα κ προσπέρασα το σημείο εκείνο. Και τότε κοιτώντας από τον καθρέφτη πίσω , στο σημείο εκείνο υπήρχε μόνο ο σκύλος. Ένας τεράστιος σκύλος , χωρίς άνθρωπο δίπλα του και με μάτια κόκκινα να με κοιτάνε με λύσσα. Ποτέ δεν έμαθα τι ήταν αυτό. Θέλετε δε βρήκα την ευκαιρία να το ψάξω? Θέλετε δεν ήθελα να το ψάξω? Ξέρω μόνο πως αν σταμάταγα σίγουρα τώρα δε θα σας έγραφα αυτή την ιστορία. Και το πιο παράξενο? Την επόμενη μέρα , στα γενέθλιά μου , σε κάποια από τις φωτό που τράβηξαν φίλοι , είδα πίσω από μένα μια γυναικεία φιγούρα. Θολή βέβαια αλλά διαγραφόταν καθαρά το φόρεμά της και τα μακριά μαύρα μαλλιά της. Κ στον τοίχο πίσω της , σχηματισμένες από το φλας της φωτογραφικής , απλώνονταν δύο μεγάλες σκιές δεξιά κ αριστερά της που με λίγη φαντασία θα μπορούσε κανείς να πεί πως είναι φτερά. Μεγάλα ανοιχτά φτερά σαν φτερά αγγέλου.... Κανείς όμως από τους φίλους ή τους υπόλοιπους που έχουν δει αυτή την φωτογραφία δεν την βλέπει... http://nightcastle.board-directory.com/t189p225-topic



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου