Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Δεν ήταν όνειρο

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι αληθινό γεγονός και μου συνέβη πριν περίπου 3 χρόνια, όταν ήμουν φοιτήτρια στην Ηγουμενίτσα. Βρισκόμουν στο πρώτο έτος της φοίτησης μου και όπως είναι εύλογο ζούσα μόνη μου, για πρώτη φορά, πολύ μακριά από τους γονείς μου και την ασφάλεια του σπιτιού μου. Μόλις που είχα αποκτήσει κάποιους φίλους και μαζευόμασταν και αράζαμε σπίτι μου μιας και ήταν 2άρι και το πιο μεγάλο που διέθετε κάποιος από τη παρέα. Ένα βράδυ λοιπόν, όπως όλα τα άλλα μαζευτήκαμε με τα παιδιά, καθίσαμε, φάγαμε, παίζαμε <<πες βρες>> και χασκογελούσαμε, μέχρι που πήγε περίπου 3 και φύγανε. Ήμουν τόσο εξαντλημένη που με το που έκλεισε και ο τελευταίος την πόρτα έπεσα ξερή για ύπνο, αφήνοντας τα πάντα ανοιχτά (φώτα, μπαλκονόπορτα, ξεκλείδωτη πόρτα, τηλεόραση κλπ...). Κάποια στιγμή, βλέπω στον ύπνο μου ότι ξύπνησα και σηκώθηκα λέει μηχανικά και κλείδωσα τη πόρτα, μετά έσβησα τα φώτα, και έκλεισα την τηλεόραση. Και καθώς πήγαινα να κλείσω και την μπαλκονόπορτα, βλέπω στη βεράντα, έναν άντρα καθιστό, ελαφρώς χαμογελαστό με μαύρα ρούχα και μαύρο καπέλο να κοιτάει προς τα μέσα. Πηγαίνοντας να σηκωθεί εγώ βιαστικά έκλεισα την μπαλκονόπορτα και έτρεξα στο κρεβάτι μου. Το τρομακτικό της ιστορίας είναι πως δεν ήταν όνειρο. Όταν ξύπνησα (κανονικά αυτή τη φορά κάπου στις 5) είδα πως όλα τα φώτα ήταν κλειστά, η πόρτα κλειδωμένη, η τηλεόραση κλειστή και όσο για τη μπαλκονόπορτα, το χερούλι που κλειδώνει ήταν χαλασμένο και την βρήκα μισάνοιχτη. Στο χέρι μου φορούσα ένα κομποσκοίνι που μου είχε κάνει δώρο η κολλητή μου, διαβασμένο σε μοναστήρι όπως μου είχε πει. Το πρωί λοιπόν το βρήκα στο χέρι μου πάνω αλλά ξεχειλωμένο, σαν κάποιος να προσπαθούσε να μου το βγάλει. Μετά από μια βδομάδα, συνομιλώντας με μια κοπέλα από τη σχολή η οποία πιστεύει ακράδαντα σε αυτά τα μεταφυσικά και τα περίεργα μου είπε πως ο πνευματικός της, της είχε πει πως πολλές φορές ο διάβολος εμφανίζεται ως ένας καλοντυμένος άντρας μαυροφορεμένος, συχνά όμορφος και προσπαθεί να σε δελεάσει με αυτό τον τρόπο για να πάρει τη ψυχή σου και πως μάλλον, το κομποσκοίνι το βρήκα σε αυτή τη κατάσταση γιατί ήταν το μόνο που τον εμπόδιζε από το να κάνει αυτό που ήθελε και πως γι αυτό ξύπνησα καλά και υγιής. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι συνέβη, και γιατί, ούτε είμαι σίγουρη αν πιστεύω σε αυτά... Ακόμα και σήμερα αναρωτιέμαι, το σίγουρο όμως είναι ότι συνέβη πραγματικά και είναι αληθινό γεγονός πέρα για πέρα. http://ift.tt/1mM1XyO



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Μια ιστορία από το χωριό

Τα ελληνικά χωριά έχουνε τις δικές τους ομορφιές το καθένα, τις δικές τους παραδόσεις και δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι περίεργες-τρομακτικές ιστορίες, που μεγάλωσαν ή τρόμαζαν ολόκληρες γενιές παιδιών. Πολλές φορές αν δεν μου άρεσε ένα φαγητό και δεν ήθελα να φάω, όταν ήμουν μικρός θυμάμαι την γιαγιά να μου λέει. - Αν δεν φας το φαγητό σου θα έρθει να σε πάρει το Μπομπιδι !! Κι εγώ εννοείται μόνο και μόνο από το άκουσμα της λέξης φοβόμουν. Μου είχε μείνει αυτή η λέξη. Το έλεγε συχνά η γιαγιά μου. Έτσι λοιπόν σκέφτηκα τώρα που μεγάλωσα να ρωτήσω, να μάθω την ιστορία του χωριού. Σύμφωνα με τον μύθο, πριν πολλά χρόνια στην κεντρική πλατεία του χωριού συνέβη ένα τρομερό ατύχημα. Ένα κοριτσάκι έπαιζε ανέμελο με την παρέα της το γνωστό παιχνίδι, μήλα. Η μπάλα έφυγε στον δρόμο. Το κοριτσάκι έτρεξε να την βρει. Είχε πέσει μέσα σε μία λιμνούλα, που βρισκόταν δίπλα στον χωματόδρομο. Πέρασαν 10 λεπτά, 20 , 30, 1 ώρα και ακόμα να γυρίσει η μικρή. Τα υπόλοιπα παιδιά την έψαξαν σε όλη τη λίμνη αλλά πουθενά. Πανικός επικρατεί στο χωριό. Φωνές, κλάμα, όλη μέρα και όλη νύχτα το χωριό έψαχνε την μικρή Χριστίνα. Μια εβδομάδα πέρασε και συνέχιζε να αγνοείται. Δεν είχε βρει κανένας ούτε την μπάλα που έπαιζαν τα παιδιά. Τότε άρχισαν να συμβαίνουν περίεργα περιστατικά. Καταγράφηκαν 36 άτομα σε μόλις 5 μέρες που ανέφεραν στον ιερέα της επαρχίας ότι είδαν στον ύπνο τους την μικρή Χριστίνα να περπατάει κλαίγοντας. Δεν ήταν μόνη. Της κρατούσε το χέρι ένας ψηλός, αδύνατος μαυροφορεμένος άντρας. Κανείς δεν έβλεπε το πρόσωπο του. Ήταν σαν σκιά. Χαμός. Το μισό χωριό ήταν στην εκκλησία για να τους διαβάσει ο παππάς και να πιούνε Αγιασμό. Επικρατούσε τρόμος σε όλη την κοινότητα. Μπομπίδι, ήρθε το μπομπίδι!!! Έτσι έλεγαν τους δαίμονες στην τοπική διάλεκτο. Ο δήμαρχος του χωριού κάλεσε στην λειτουργία της Κυριακής όλους τους κατοίκους. Επικρατούσε φόβος. Πανικός. Στραβοκοιτούσαν την οικογένεια της μικρής μέχρι και ο ιερέας! Εσείς φέρατε τα μπομπίδια!!! Μερικοί τους είπαν. Με αυτά και με αυτά, πέρασαν 25 χρόνια χωρίς να συμβεί τίποτα περίεργο. Όλοι σχεδόν το ξέχασαν το θέμα. Εκτός των γονιών φυσικά. Και τότε ξεκίνησε η αρχή του χειρότερου εφιάλτη τους. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1978 ένα αντρόγυνο χτυπάει την πόρτα του χαμόσπιτου τους. -Καλησπέρα σας. Είστε οι γονείς της Χριστίνας? Από το 1978 μέχρι και το 1982 σε έναν δρόμο, 45 χιλιόμετρα έξω από το χωριό, ένα μικρό κοριτσάκι κρατώντας μια μπάλα στα χέρια σταματούσε τους περαστικούς οδηγούς. - Θέλω να πάω στη Μαμά και στο μπαμπά, έλεγε. Τους οδηγούσε στο χωριό. Μόλις ξημέρωνε, και έφταναν στο χωριό οι άνθρωποι. Όταν γυρνούσαν να δούνε το πίσω κάθισμα, δεν υπήρχε κανένα κοριτσάκι αλλά μόνο η παιδική μπάλα. Ο παππούς μου είπε ότι η μητέρα της μικρής Χριστίνας αυτοκτόνησε κόβοντας τις φλέβες της στις 25 Ιανουαρίου του 1984. Λένε πως ακόμα ζει ο πατέρας. Είναι 86 ετών. Αν επισκεφτείς το χωριό θα τον δεις. Τρελό-Κώστα τον φωνάζουν. Στην αυλή του σπιτιού του κάθεται παραμιλώντας σε μία κουνιστή καρέκλα. Απλανές βλέμμα. Κοιτάει πάντα κάτω. Δεν έχει επαφή. Λίγο πιο δίπλα του υπάρχει ένα καλάθι γεμάτο παλιές παιδικές μπάλες. Λέτε να είναι αυτές που το πνεύμα της μικρής Χριστίνας άφηνε στα πίσω καθίσματα των αυτοκινήτων? Από τον φίλο Τηλέμαχο



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Robert The Doll

Το όνομα της κούκλας είναι <<Robert the doll>> και είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο. Φημολογείται πως... είναι δαιμονισμένη! Ένα φαινόμενο που απασχολεί πολλούς επισκέπτες του μουσείου Martello στο ιστορικό Custom House, στο Key West της Φλόριντας. Πολλοί προσπάθησαν να εξηγήσουν τι συμβαίνει με την συγκεκριμένη κούκλα μα κάνεις μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να δώσει κάποια απάντηση. Η κούκλα ανήκει στον Ελληνικής καταγωγής ζωγράφο Robert Eugene Otto, ο οποίος απέκτησε την κούκλα το 1906 όταν ήταν 6 χρόνων. Του τη χάρισε η νταντά του που κατάγονταν από τις Μπαχάμες και εξασκούσε μαύρη μαγεία. Η κούκλα είναι φτιαγμένη από άχυρο και ο Robert δεν την αποχωρίστηκε μέχρι και το τέλος της ζωής του. Συμπεριφερόταν στην κούκλα λες και ήταν άνθρωπος. Την έντυσε με τα δικά του ρούχα και της έδωσε το όνομά του. Τον είχαν ακούσει να ρωτάει πράγματα στην κούκλα και μετά να απαντάει ο ίδιος με εντελώς διαφορετική φωνή και μάλιστα σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα. Λίγους μήνες μετά την άφιξη της κούκλας στο σπίτι του Robert Eugene, άρχισαν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Αντικείμενα να εξαφανίζονται και να επανεμφανίζονται σπασμένα. Όταν ρωτούσαν τον Robert Eugene για τις ζημιές που γίνονταν, απαντούσε πως <<Ο Robert The Doll το έκανε>>. Γείτονες έλεγαν πως έβλεπαν τον Robert The Doll στα παράθυρα του σπιτιού, τη νύχτα. Τις νυχτερινές ώρες οι υπηρέτες ξυπνούσαν από έναν περίεργο ήχο και άκουγαν βαριά βήματα πάνω στη στέγη. Ένα περίεργο βουητό και τραγούδι ακουγόταν κατά καιρούς από το φυτώριο και ύστερα υπήρχε μια αλλόκοτη μεταφυσική δραστηριότητα. Επιτραπέζιες λάμπες γύριζαν ανάποδα, έπιπλα άλλαζαν θέση από μόνα τους μπροστά στα μάτια του προσωπικού αλλά και των γονιών του Ρόμπερτ. Όταν οι γονείς του Ρόμπερτ πέθαναν εκείνος παντρεύτηκε την Άνν Πάρκερ, μια κοσμική κυρία και μετακόμισε στο δικό της σπίτι. Η κούκλα τοποθετήθηκε στη σοφίτα της καινούριας οικίας αλλά την έβλεπαν συχνά να κάθεται στο κεφαλόσκαλο και να παρακολουθεί τον Ρόμπερτ να εκτινάσσεται από τις σκάλες της σοφίτας. Η σύζυγος του Ρόμπερτ άκουσε κάποτε την κούκλα να τραγουδάει με φωνή παιδιού νηπιακής ηλικίας. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα η γυναίκα του πέθανε και το 1974 απεβίωσε και ο ίδιος. Ερευνητές μεταφυσικών δραστηριοτήτων δηλώνουν ότι η φοβερή κούκλα συνέχιζε τη δραστηριότητά της και μετά το θάνατο του Ρόμπερτ. Κάποιοι ακούν τον ήχο του τραγουδιού της, ενώ λένε ότι τρομάζει τα παιδιά με τρομακτικές γκριμάτσες. Μετά την απώλεια του ζεύγους το σπίτι πωλήθηκε σε μια οικογένεια που είχε ένα δεκάχρονο κοριτσάκι. Το παιδί βρήκε στη σοφίτα την κούκλα και έτσι έγινε η νέα ιδιοκτήτρια του Robert The Doll. Όμως η κούκλα αντιπαθούσε το κοριτσάκι και έτσι ποδοπάτησε και ακρωτηρίασε τις άλλες κούκλες του κοριτσιού. Λένε πως το 10χρονο κοριτσάκι ξυπνούσε κι έβρισκε την κούκλα να κάθεται στο πρόσωπό του, επειδή ήθελε να το πνίξει. Η οικογένεια μετακόμισε αμέσως και το σπίτι μετατράπηκε σε σπίτι με ιστορική αξία του καλλιτέχνη, ενώ η κούκλα δωρίθηκε στο μουσείο Martello. Και στο μουσείο τα προβλήματα δεν άργησαν να ξεκινήσουν αφού η κούκλα σκαρφάλωνε στον τοίχο όπως οι αράχνες, από εκεί έβριζε και καταριόταν το τρομοκρατημένο προσωπικό. Τελικά την έπιασαν και την τοποθέτησαν σε μια πλαστική θήκη όπου παραμένει μέχρι σήμερα. Ωστόσο την κατηγορούν ακόμη για πολλά περίεργα γεγονότα μέσα και έξω από το μουσείο. Είναι ακόμη ντυμένη με τη στολή του ναύτη που της έφτιαξε ο Ρόμπερτ από τα δικά του ρούχα και κρατάει ένα μικρό αρκουδάκι. Αυτή η κούκλα ήταν αφορμή για όλες τις ταινίες τρόμου που γυρίστηκαν μέχρι σήμερα αλλά και τα βιβλία τρόμου που έχουν γραφτεί. Ο Robert The Doll καταχωρήθηκε ως <<στοιχειωμένη κούκλα>> από την Παραψυχολογική Εταιρία των ΗΠΑ. Υπάρχει η φήμη πως ο Robert The Doll καταριέται αυτούς που τον φωτογραφίζουν, εκτός εάν πάρουν ευγενικά την άδειά του. Χιλιάδες γράμματα έχουν σταλεί στο μουσείο και ζητούν από τον Robert The Doll, να τους συγχωρέσει και να πάρει πίσω την κατάρα του. http://ift.tt/Tt3bAB



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Το κορίτσι με τα μαύρα μαλλι

Κάποτε η Τάνια, ένα κορίτσι 5 ετών, ζούσε με την μαμά της και τον μπαμπά της σε μια απομακρυσμένη πόλη. Οι γονείς της κανόνισαν να πάνε ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη για 2 μέρες. Θα ήθελαν να πάρουν την Τάνια αλλά ήταν πολύ μικρή για ένα τόσο μεγάλο ταξίδι. Οπότε την άφησαν στο σπίτι, με την γειτόνισσά τους την Έλενα. Η Έλενα ήταν γύρω στα 20, και σπούδαζε γιατρός. Έφυγαν λοιπόν οι γονείς, και άφησαν την Έλενα μαζί με την Τάνια. Γύρω στις 10, η Τάνια έπρεπε να κοιμηθεί, ήταν ήδη αργά, και έλεγε πως πονούσε η κοιλιά της. Η Έλενα την καθησύχασε και την έβαλε για ύπνο, και κατέβηκε στο σαλόνι για να διαβάσει επιτέλους τα μαθήματα για το πανεπιστήμιο. Ξάφνου, ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Η Έλενα τρόμαξε γιατί ήταν μόνη της και δεν ήθελε να έχει ευθύνη για την μικρή Τάνια. Πήγε λοιπόν να δει ποιός χτυπούσε την πόρτα. Η πόρτα είχε ένα μικρό παράθυρο, και πριν το ανοίξει, ρώτησε: - Ποιός είναι παρακαλώ? - Ναι. - Ορίστε? Ποιός είναι? - Ναι. - Τί ναι? Ποιός είναι? Η Έλενα άνοιξε το παραθυράκι για να δει ποιος ήταν. Ήταν ένα μικρό κοριτσάκι, με μαύρα ολόισια μαλλιά, που έπεφταν στο πρόσωπό της. Φορούσε και ένα κατάλευκο φόρεμα. Και πριν καταλάβει κάτι, η Έλενα απομακρύνθηκε από την πόρτα. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου το κορίτσι είχε φύγει, τουλάχιστον αυτό νόμιζε η Έλενα. Αργότερα άκουσε μια δυνατή κραυγή, και ανέβηκε τρέχοντας πάνω παρότι φοβόταν πολύ. Στο τέλος του διαδρόμου βλέπει την Τάνια με σκισμένη κοιλιά και ένα σημείωμα με αίμα να γράφει: <<Εσύ δεν την φρόντισες, το έκανα εγώ! Η Ανώνυμη>>. Το επόμενο πρωί οι γονείς γύρισαν, και είδαν το πτώμα, ή μάλλον τα πτώματα, γιατί η ιστορία αυτή επαναλήφθηκε για ακόμη μία φορά...http://ift.tt/Tt3bAB



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Οι καταραμένοι

Σε ένα μικρό χωριό της Ελλάδας όπου κατοικούν λιγότεροι από 400 άνθρωποι, δεν επικρατεί η αγάπη μεταξύ τους... Φρέσκο χιόνι έχει πέσει και μερικά παιδιά παίζουν φτιάχνοντας μικρούς και μεγάλους χιονάνθρωπους και κάποια άλλα χιονοπόλεμο. Όλα φαίνονται ωραία και ήρεμα, όμως ένας ξένος μπορεί να διακρίνει τον τρόμο και το φόβο που κρύβεται στα αθώα μάτια αυτών των παιδιών... Ναι, σωστά διαβάσατε. Στο βλέμμα των παιδιών. Και αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ! Το όνομα μου είναι Μέρης και πλησιάζω τα 30. Ο δρόμος με έφερε εδώ διότι βρήκα δουλειά ως σιδεράς σε μια μικρή εταιρεία. Δύο μέρες έφταναν για να καταλάβω τί συμβαίνει. Ξεκινώ με την πρώτη μέρα στη δουλειά. Όταν έφτασα είδα ένα μικρό μαγαζάκι με μια μικρή αυλή. Ήταν σχεδόν αδύνατον να τη διασχίσεις αφού υπήρχαν σκορπισμένα μικρά και μεγάλα σκουριασμένα σίδερα. "Καλώς ήρθες" μου είπε το αφεντικό μόλις με είδε και μου έδωσε το χέρι. Μετά ακολούθησαν τα κλασικά, ο καφές και η γνωριμία μας. Δεν μου είπε πολλά για εκείνον. Μόνο ότι ήταν 55 χρονών και χήρος. Πως είχε κουραστεί από τη ζωή και πως ψάχνει κάποιον που να μπορεί να διαχειριστεί το μαγαζάκι. Με πρόσλαβε αμέσως και έφυγε για να ξεκουραστεί. Μπορώ να πω όμως ότι έφυγε λίγο βιαστικά... Εγώ ξεκίνησα αμέσως δουλειά και το πρώτο που έπρεπε να κάνω ήταν να βάλω το μαγαζί σε μια τάξη. Έτσι φώναξα ένα παλιατζή και του έδωσα όλα τα άχρηστα σίδερα. Μετά άρχισα να μαζεύω τα εργαλεία που ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα. Σχεδόν μου πήρε ολόκληρη τη μέρα για να τελειώσω. Όσο περνούσε η ώρα, διάφοροι περαστικοί, δεν άντεξαν στην περιέργεια και με ρωτούσαν τι δουλειά έχω εδώ. Μάλιστα, κάποιος ήθελε να καλέσει την αστυνομία επειδή πίστευε πως ήμουν κλέφτης. Δυσκολεύτηκα να τον πείσω ότι ήμουν ο νέος υπεύθυνος του μαγαζιού. Επιτέλους, ήρθε η ώρα να σχολάσω. Σπίτι, μπάνιο, φαγητό, ξεκούραση. Βγήκα το βράδυ για ποτό ελπίζοντας για νέα γνωριμία... αλλά μάταια... Όταν μπήκα σε μια καφετέρια, ένα άγριο και παγωμένο βλέμμα ένιωσα από παντού. Πρόσεξα ότι όλοι με κοιτούσαν καχύποπτα, με μισό μάτι. Έτσι πήγα στο μπαράκι, πήρα ένα ποτό, τεκίλα συνήθως και κάθισα σε ένα μοναχικό τραπέζι στο πίσω μέρος όπου μπορούσες να δεις τη θάλασσα. Η ώρα ήταν περίπου 22:36 όταν ξαφνικά είδα πως όλοι όσοι κυκλοφορούσαν στους δρόμους, έτρεχαν να κρυφτούν στα σπίτια τους. Στην καφετέρια όπου καθόμουν παρατήρησα πως είχαν κρεμασμένα στην πόρτα και στις γωνιές σκόρδα, σταυρούς και διάφορα άλλα αντικείμενα που δεν έδωσα σημασία όμως υπήρξε κάτι που μου τράβηξε την προσοχή. Η μουσική, ναι η μουσική σταμάτησε να παίζει. Ξαφνικά, ακούω μια φωνή να μου λέει "μικρέ έλα πιο μέσα", αλλά και πάλι δεν έδωσα σημασία. Η ώρα πήγε περίπου 23:00 όταν από μακριά ακούγεται μια κραυγή. Έμοιαζε σαν μια γριά με βραχνιασμένη και κάπως αγριεμένη φωνή. Ακουγόταν σαν μια γιαγιά που της είχαν κλέψει το πορτοφόλι και ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια. Αμέσως μετά ακολούθησαν άλλες φωνές πιο χοντρές και θα ορκιζόμουν ότι κάποιος γελούσε. Ήταν λίγο περίεργο το σκηνικό στην καφετέρια. Όλοι κάθονταν και δεν έδιναν απολύτως καμιά σημασία. Εγώ ανάβω ένα τσιγάρο και λέω με τρομαγμένη φωνή πως κάποιος χρειάζεται βοήθεια. Τότε όλοι με κοίταξαν με ένα αδιάφορο βλέμμα και μετά συνέχισαν σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Εγώ σβήνω το τσιγάρο, πίνω μια γουλιά από το ποτό και σηκώνομαι να φύγω να δω τι τρέχει κι αν μπορώ να βοηθήσω. Λίγο πριν φτάσω στην πόρτα με αρπάζει κάποιος από τον ώμο και με σταματάει: "Δεν σου το συνιστώ. Καλύτερα να κάτσεις εδώ που είσαι μέχρι να ξημερώσει." "Μα πώς μπορείτε? Μπορεί κάποιος να κινδυνεύει". Τότε κάποιος άλλος "Ο μόνος που θα κινδυνέψει είσαι εσύ". Και αμέσως ανοίγω την πόρτα. Τα ουρλιαχτά γίνονταν όλο και ποιο δυνατά. Ο ίδιος κύριος επιμένει: "Εγώ σε προειδοποίησα πάντως" και φεύγω με την απαίτηση: "Το ποτό να με περιμένει. Θα επιστρέψω. Έξω είχε αρκετή παγωνιά και τα δρομάκια ήταν σκοτεινά. Το μόνο που φώτιζε ήταν η πανσέληνος που με ένα παράξενο τρόπο έλουζε το σκοτάδι με φως πολύ όμορφα. Και η θάλασσα ήταν τόσο ήρεμη και γαλήνια και η πανσέληνος της έδινε μαγεία. Έβλεπα σχεδόν τα πάντα. Είχα καιρό να δω μια τόση όμορφη βραδιά. Άρχισα να βαδίζω προς τις φωνές αγωνιώντας και ανατριχιάζοντας επειδή δεν ήξερα τι θα αντίκριζα. Τα πόδια μου και γενικά όλο μου το σώμα τα ένιωθα κομμένα. Είχα χάσει το θάρρος μου. "Εγώ πάντως σε προειδοποίησα". Τι ήθελε να πει πραγματικά με αυτό εκείνος ο κύριος? Συνέχιζα να περπατώ και όσο πλησίαζα τόσο πιο δειλά περπατούσα. Παράλληλα βαθιές σκέψεις πλημμύριζαν το μυαλό μου. Καθώς περπατούσα, κλώτσησα κατά λάθος ένα σίδερο. "Πάρ' το αμέσως" σκέφτηκα, "μπορεί να σου χρειαστεί". Σε μια διασταύρωση αριστερά προς την παραλία ξεχώριζα πλέον τις φωνές από απόσταση δέκα μέτρων. Ήταν τόσο τρομακτικές! "Ω! Θεέ μου τι συμβαίνει εδώ?" μέσα μου μόνο αυτή η σκέψη πλέον με πλημμύριζε. Βρισκόταν μπροστά μου! Ονειρεύομαι ή όχι? Ήταν κάτι με ανθρωποειδές σχήμα, λίγο πιο ψηλό από μένα. Από τα μάτια και από το στόμα έβγαιναν σκουλήκια, ενώ στα χέρια υπήρχαν τεράστια μαύρα νύχια και το σώμα ήταν μελανιασμένο όπως ένα πτώμα που είχε αρχίσει η αποσύνθεση του... Και αυτό το πράγμα ήταν μπροστά μου και με κοιτούσε με μανία. Πιο κάτω από αυτό υπήρχαν κι άλλα τα ίδια που ούρλιαζαν και ερχόντουσαν προς το μέρος μου. Αυτά τα ουρλιαχτά! Μου τρυπούσαν τα αυτιά. Δεν μπορούσα να τα ακούω... "Τι να κάνω?" σκέφτηκα. Μετά φώναξα. Αλλά ποιός να με ακούσει? Είδα το σίδερο που είχα στα χέρια μου. "Τώρα είναι η ώρα" είπα στον εαυτό μου. "Μην το σκέφτεσαι άλλο" άκουσα μέσα μου μια φωνή με συμβουλεύει. Τον χτυπώ στο πρόσωπο αλλά χάνει μόνο την ισορροπία του. Δεν χάνω τη ψυχραιμία μου και τον ξαναχτυπώ. Αυτή τη φορά το πέτυχα και έπεσε κάτω. Αμέσως άρχισα να τρέχω. Δεν ήξερα που θα με έβγαζε ο δρόμος αλλά ήξερα ότι έπρεπε να τρέξω. Από τη βιασύνη μου όμως δεν έβλεπα μπροστά μου αλλά δεν άργησα να καταλάβω ότι ο δρόμος με έβγαλε πίσω στην καφετέρια. Έντρομος όπως ήμουν παίρνω μια βαθιά ανάσα, μπαίνω μέσα και με μεγάλη μου έκπληξη διαπιστώνω ότι το ποτό μου είναι ακόμα εκεί, στη θέση του και με περιμένει. Κάθομαι στο τραπέζι και με το ζόρι καταφέρνω να ανάψω ένα τσιγάρο αφού τα χέρια μου έτρεμαν και δεν μπορούσα να συντονίσω το τσιγάρο με τη φωτιά. Ξαφνικά είδα να έρχεται ο κύριος που μου μίλησε πριν φύγω και κάθισε δίπλα μου. "Λοιπόν? Τους είδες?" με ρώτησε. "Ναι, τί ήταν όλο αυτό?" Ρώτησα εγώ με τα μάτια μου καρφωμένα στα δικά του. Η απάντηση του ήρθε αμέσως: "Είναι οι καταραμένοι. Καλώς ήρθες στο καταραμένο χωριό. Όπου οι άνθρωποι δεν βρίσκουν ποτέ τον θάνατο". "Τί λες" τον ρωτώ κατάπληκτος. "Πώς μπορεί να γίνεται αυτό?". Και ο κύριος αρχίζει και μου εξιστορεί: Top of Form "Μια παλιά κατάρα βασανίζει το χωριό μας πολλά χρόνια. Αρκετό καιρό πριν σε μια εκκλησία σκότωσαν μια γριά αφού την ανάγκασαν να δει μπροστά στα μάτια της τον βιασμό της κόρης της και το άγριο φονικό των εγγονιών της. Πριν ξεψυχήσει καταράστηκε ολόκληρο το χωριό και μαζί με το θάνατο της ήρθε και φωτιά στην εκκλησία η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς". Σταμάτησε να μιλά και με κοίταξε. "Σε είδαν?". "Ναι" απαντώ ξερά εγώ. Σκυθρωπός, σκύβει το κεφάλι του: "Τώρα πια ανήκεις σε αυτούς.. Πρόκειται για θέμα χρόνου να γίνεις κι εσύ ένας καταραμένος". Πίνω προβληματισμένος λίγο από το ποτό μου. "Δεν γίνεται. Κάτι θα υπάρχει που να μπορεί να λύσει την κατάρα" του είπα αμέσως μετά. "Ναι αλλά κανένας δεν τα κατάφερε..." μου απαντά εκείνος. "Πες μου τι μπορώ να κάνω εγώ και θα το κάνω". "Πρέπει να πας να σκάψεις στον τάφο της και να καρφώσεις ένα σταυρό στην καρδιά της στο καμένο της λείψανο. Πρόσεξε κάτι όμως. Πρέπει να γνωρίζεις πως η ψυχή της τριγυρνά στο κοιμητήριο και πάνω από τον τάφο της. Πολλοί που προσπάθησαν, δεν τα κατάφεραν και πλέον τριγυρίζουν σαν καταραμένοι στο στοιχειωμένο μονοπάτι του κοιμητηρίου." είπε σοβαρά ο κύριος. "Εντάξει. Εγώ θα το κάνω. Πόσο χρόνο έχω?" τον ρώτησα αποφασισμένος. "Έχεις πέντε μέρες. Και φτάνει μόνο ένα τους άγγιγμα για να συντομέψουν οι ώρες που σου απομένουν>>. Εγώ εκείνη την ώρα ένιωθα εξαντλημένος και νύσταζα. Γι' αυτό ζήτησα από αυτόν το κύριο να μου επιτρέψει να ξαπλώσω στον καναπέ. Έτσι έγινε και δεν άργησα να αποκοιμηθώ. Το επόμενο πρωί όταν ξύπνησα αναζωογονημένος και έτοιμος για τη μεγάλη μου περιπέτεια. Δεν άργησα να διαπιστώσω ότι το προηγούμενο βράδυ, κάτι φρικιαστικό και τρομερό είχε συμβεί μέσα στην καφετέρια. Τα φρικιαστικά αυτά όντα που μοιάζουν με ανθρώπους η αλλιώς οι καταραμένοι όπως τους ονομάζανε κάνανε επίθεση. Όλα τα άτομα που βρίσκονταν εκεί ήταν νεκρά. Το μόνο που μπορούσα να διακρίνω ήταν παντού αίμα. Στους τοίχους, στα αναποδογυρισμένα τραπέζια, στα σπασμένα τζάμια, στο πάτωμα. Μισοφαγωμένα πτώματα με τα σπλάχνα τους σκορπισμένα δεξιά και αριστερά. Δεν πίστευα σε αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου και ήθελα αμέσως να ξυπνήσω από το όνειρο. Μάταια όμως... Ήμουν ήδη ξύπνιος και για κάποιο λόγο ήμουν ο μοναδικός ζωντανός. Ολόκληρο το βράδυ αυτά τα πλάσματα βρίσκονταν δίπλα μου, τρώγοντας τους πάντες και σε εμένα δεν πείραξαν ούτε μια τρίχα! "Γιατί όχι εμένα?" σκέφτηκα γεμάτος απορία. Κάπως έτσι λοιπόν, με τη ψυχή στο στόμα, ξεκινώ για τη μεγάλη μου περιπέτεια. Αφού εφοδιάστηκα με όλα τα απαραίτητα για το μεγάλο φινάλε, πήρα το δρόμο για το κοιμητήριο με το μοναδικό σκοπό να σπάσω την κατάρα που βαραίνει αυτό το χωριό. Λίγα μέτρα έξω από το στοιχειωμένο μονοπάτι επικρατούσε απόλυτη ησυχία ανάμεσα στο χάος. Μέσα στο σκοτεινό δάσος μπορούσε να ακούσει κάποιος μόνο το θρόισμα των φύλλων από τα δέντρα. Ούτε ίχνος από κάποιο ζωντανό που θα μπορούσε να κατοικεί εκεί. Πλησιάζοντας όλο και περισσότερο, παρατήρησα ότι καταραμένοι περιπλανιόνται σαν χαμένοι στο στοιχειωμένο μονοπάτι. Ήταν αδύνατον να το διασχίσω ακόμα και τώρα στο φως της ημέρας. Ο ίδιος τρόμος και φόβος κυριαρχούσε στο κορμί μου. Κάθισα για να σκεφτώ τι θα μπορεί να υπάρχει που θα το απωθούσαν αυτά τα φρικιαστικά πλάσματα ώστε να μην κινδυνεύσω. Αλλά μετά θυμήθηκα ότι ούτε οι σταυροί, ούτε το σκόρδο έκαναν κάτι, αλλιώς δεν θα έμπαιναν στην καφετέρια. Έτσι ως μοναδική λύση ήταν να περάσω από το σκοτεινό δάσος απαρατήρητος. Μάταια όμως... Ήταν ήδη εκεί και με είχαν περικυκλώσει. Κάθονταν γύρω από εμένα και με κοιτούσαν ακίνητοι με τα σκουλήκια να μπαινοβγαίνουν στα μάτια και στο στόμα. Πόση φρίκη, Θεέ μου? Χωρίς δεύτερη σκέψη και με το φόβο και τον τρόμο για οδηγό, άρχισα να περπατώ δειλά προς το μονοπάτι έχοντας δίπλα μου αυτούς να μου ανοίγουν το δρόμο και να με κοιτάνε. Δεν είχα ακόμα καταλάβει πως η ώρα της μετάλλαξής μου θα ερχόταν νωρίτερα και πως το σώμα μου είχε αρχίσει να βγάζει μια καινούργια μυρωδιά. Την σαπίλα... Γι' αυτό δεν είχαν λόγο να μου κάνουν κακό, διότι θα γινόμουν σύντομα ένα με αυτούς. Φτάνοντας στο χώρο της ταφής κοιτάζω τριγύρω προσεχτικά για την ψυχή της γριάς αλλά δεν είδα οτιδήποτε. Έτσι είχα την άνεση να σκάψω τον τάφο, να καρφώσω τον σταυρό στην καρδιά της και να την κάψω. Το έκανα... Έπρεπε να περιμένω για τη μεγάλη εξέλιξη. Μα όσο περνούσε η ώρα παρατήρησα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν έγινε αυτό που περίμενα. Δεν έσπασε η κατάρα. Εκείνος ο κύριος έκανε ένα μεγάλος λάθος. Την κατάρα δεν την έδωσε η γριά. Οι κάτοικοι μπορεί να μην βρίσκουν τη γαλήνη στο θάνατο αλλά κάποιος άλλος καταράστηκε το χωριό. Κάποιος με μεγάλες δυνάμεις! Εγώ δεν μπορούσα πια να κάνω κάτι άλλο και το σώμα μου το ένιωθα να υποκύπτει. Παραδόθηκα στην κατάρα και κατέληξα μαζί με τους άλλους, περιπλανώμενος να σκοτώνω μέχρι και τον τελευταίο ζωντανό του χωριού. Γονείς, παιδιά, ολόκληρες οικογένειες μόνο και μόνο για να ικανοποιήσω την πείνα μου. Την πείνα μου για σάρκα και αίμα... Συγγραφή: Καλημέρης Παπαχρήστος.E-mail: ssppaccee@hotmail.com http://ift.tt/Tt3bAB



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

What Lies Beneath Mέρος 2

-Τι λες να κάνει ο μικρός? Ρώτησε η μητέρα του Γιώργου τον πατέρα του. -Δεν ξέρω. Πιστεύω θα κοιμάται, απάντησε. Οι γονείς του Γιώργου, βρίσκονταν στο αμάξι και ακολουθούσαν τον δρόμο της επιστροφής. Ήταν και οι δυο γιατροί, και έπρεπε να παρακολουθήσουν μια πολύωρη και κουραστική διάλεξη για μια καινούργια ανακάλυψη. Τέλος πάντων, η διάλεξη είχε πλέον τελειώσει, και γυρνούσαν πίσω. Είχαν βάλει μουσική jazz στο αμάξι, μιας και η κατάσταση το απαιτούσε. Έξω ήταν θεοσκότεινα και φυσούσε ένας πολύ δυνατός άνεμος. Όσο πιο χαλαρωτικά ήταν μέσα στο αμάξι από την μουσική, τόσο πιο άγρια βρυχούταν ο ουρανός έξω. Αλλά δεν έδωσαν μεγάλη σημασία. Μόνο ο πατέρας του απόρησε, διότι στο ραδιόφωνο είχε ακούσει πρωτύτερα ότι αναμενόταν για το βράδυ ένας καθαρός ουρανός, και ότι θα μπορούσαν όλοι να απολαύσουν την πανέμορφη πανσέληνο. Δεν ασχολήθηκε πολύ όμως, γιατί το μυαλό του ήταν γεμάτο ένα σωρό σκέψεις και ταλαιπωρία, και το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να φτάσουν σπίτι. Στο αμάξι επικράτησε ησυχία. Η μουσική φαινόταν σαν να άρχιζε να σβήνει. Ο καθένας είχε απορροφηθεί στις δικές του σκέψεις και σκοτούρες. Σκέψεις ποίκιλες, από τον χώρο της δουλειάς, την διάλεξη, και άλλα πολλά. Όσο πέρναγε η ώρα, όμως, οι σκέψεις μεταλλάσσονταν σε πιο περίεργες. Ώσπου -σαν από σύμπτωση- μια κοινή σκέψη πέρασε από το μυαλό και των δυο: τι ώρα είναι? Κοίταξαν ταυτόχρονα το ψηφιακό ρολόι. Έλεγε 00.33'.33''. Ξαφνικά ένα ρίγος διαπέρασε την σπονδυλική τους στήλη. Ταυτόχρονα, η μουσική σταμάτησε. Από το ραδιόφωνο βγήκε ένα ουρλιαχτό. Σύντομο. Διαβολικό. Έπειτα το ραδιόφωνο έσβησε, επιτρέποντας στην απόλυτη ησυχία να κυριαρχήσει στο αμάξι. Κοιτάχτηκαν τρομαγμένοι. -Τι ήταν αυτό? είπε αυτή. -Δεν ξέρω. Ίσως χάλασε. Το ένιωσες αυτό το ρίγος? -Ναι το νιω... Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση, όταν έντρομη διαπίστωσε ότι στο ραδιόφωνο ακόμα φαινόταν η ώρα. 00.33'.33''. -Κάτι δεν πάει καλά. Είπε. -Κάτι δεν πάει ΚΑΘΟΛΟΥ καλά. Επανέλαβε. Προσπαθούσαν να καταλάβουν τι να σήμαιναν όλα αυτά. Αυτό το περίεργο ρίγος, που σαν γιατροί αδυνατούσαν να ερμηνεύσουν, αυτό το απόκοσμο ουρλιαχτό, και αυτή η περίεργη ώρα. Γιατί κόλλησε στο 00.33.33? Είχαν πλέον τρομάξει. -Δεν ξέρω, αλλά μου φαίνεται ότι κάποιος μας ζητά βοήθεια. Το βλέμμα τους ξανασυναντήθηκε. Η μηχανή βρυχήθηκε, και επιτάχυνε και σε λίγο χάθηκαν στο απέραντο μαύρο. 2 ώρες μετά. Η καταιγίδα είχε σταματήσει. Τα σύννεφα είχαν διαλυθεί και πλέον στον ουρανό φαινόταν πεντακάθαρα η κόκκινη πανσέληνος. Το αμάξι φρέναρε απότομα έξω από το σπίτι. Οι γονείς του, κατέβηκαν και προχώρησαν επιφυλακτικά προς την πόρτα. Απ τα παράθυρα έβγαινε έντονο φως. Παραξενεύτηκαν διότι πίσω τους κείτονταν η πεσμένη κολόνα της ΔΕΗ. Αυτό είχε υπερβεί το φυσικό. Τέλος πάντων, συνειδητοποίησαν ότι δεν υπήρχε χώρος για περαιτέρω σκέψεις και αμφιβολίες. Συνέχισαν την πορεία τους προς την πόρτα μόνο και μόνο για να την βρουν ξεκλείδωτη και λίγο ανοιχτή. Οι χειρότεροι φόβοι τους πίστεψαν ότι θα γίνονταν πραγματικότητα. Θυμούνταν ότι την είχαν κλειδώσει καλά και είχαν πάρει μαζί τους τα κλειδιά. Άνοιξαν την πόρτα. Έκανε ένα αδικαιολόγητο τρίξιμο. Αυτό που είδαν όμως δεν θα το είχαν φανταστεί. Στο πάτωμα ήταν χαραγμένες με κόκκινη μπογιά τρεις πεντάλφες γύρω από την τηλεόραση. Κατατρόμαξαν. Άρχισαν να φωνάζουν τον γιο τους... Δεν πήραν όμως απάντηση. Έτρεξαν προς το δωμάτιό τους. Αυτό που είδαν στη συνέχεια, έμεινε για πάντα μέσα τους. Ο φόβος και η ταραχή είχαν συγκλονίσει το ζευγάρι. Είδαν στην γωνία τον γιο τους, λιπόθυμο να κρατά ένα πιστόλι στο χέρι. Μπροστά του, αποτυπώνονταν τρεις μαύρες πατημασιές από κάρβουνο στο πάτωμα. Έτρεξαν αμέσως στον γιο τους. Προσπάθησαν να τον συνεφέρουν. Έπειτα από δέκα λεπτά συνεχούς προσπάθειας, ξύπνησε. Τους κοίταξε με ένα κενό αλλά συγχρόνως τρομοκρατημένο βλέμμα, πριν πει δυο λέξεις: <<έχω κυριαρχήσει>>... Έπεσε ξανά λιπόθυμος. Οι γονείς του εσπευσμένα τον μετέφεραν στο νοσοκομείο όπου έγινε διάγνωση. Μετατραυματικό σοκ και ελαφρά δηλητηρίαση από θειάφι. 6 μήνες μετά. Η οικογένεια είχε επανέλθει πλέον στους ρυθμούς της. Ο Γιώργος είχε σταματήσει το σχολείο διότι πλέον ήταν οι καλοκαιρινές διακοπές. Το όλο περιστατικό είχε αποσιωπηθεί και δεν ξανάγινε αναφορά σε αυτό, κυρίως επειδή οι γονείς του φοβόντουσαν μήπως το χωριό τους κατηγορούσε ως σατανιστές και άθεους. Είχαν πετάξει την τηλεόραση και εξαφανίσει οποιοδήποτε στοιχείο. Ώσπου κάτι τελείως απόκρυφο και αινιγματικό ήρθε να τους ταράξει. Ήταν δυο το μεσημέρι. Είχαν τελειώσει το μεσημεριανό. Ο πατέρας διάβαζε την εφημερίδα του, ενώ ο γιος έβλεπε ένα ντοκιμαντέρ. Τα πουλιά κελαηδούσαν ένα ρυθμικό τραγούδι, σε απόλυτη αρμονία με την γαληνή που επικρατούσε στη φύση. Ώσπου ξαφνικά... μια κραυγή απ την κουζίνα τους έκανε να πεταχτούν όρθιοι. Πήγαν στην κουζίνα. Αυτό που είδαν τους τρόμαξε. Κάτω στο πάτωμα είχαν εμφανιστεί πρόσωπα. Πρόσωπα με αλλόκοτο βλέμμα, συνωστισμένα το ένα δίπλα στο άλλο σε διαρκή κίνηση. Κάτι σαν ασπρόμαυρες ζωγραφιές. Από πάνω τους, η μητέρα του Γιώργου προσπαθούσε επίμονα με ένα σφουγγάρι να τις σβήσει. Είχε ξεπεράσει το αρχικό σοκ, αλλά και πάλι ο τρόμος φαινόταν στο βλέμμα της. Το περίεργο στην ιστορία ήταν ότι όσο πιο πολύ προσπαθούσε να τα σβήσει τόσο πιο πολλά εμφανίζονταν. Το πάτωμα είχε μετατραπεί κάπως σαν πίνακας ζωγραφικής. Ο πατέρας μην ξέροντας τι να πρωτοκάνει, έριξε ένα χαλί στο πάτωμα, βγήκαν όλοι και κλείδωσε γερά την πόρτα. Είπε ότι απαγορευόταν η είσοδος εκεί και ότι αύριο θα ερχόταν ένα συνεργείο καθαρισμού. Το ίδιο βράδυ κάτι τους στοίχειωσε. Όλοι είδαν τον ίδιο μυστηριώδες εφιάλτη. Είδαν τα ίδια πρόσωπα με αυτά που είδαν στην κουζίνα να τους λένε ότι σύντομα θα έρθει εκδίκηση, και με την συνοδεία ενός σατανικού γέλιου... είπαν ότι η ώρα πλησιάζει... και σηκώθηκαν. Όλοι μυστηριωδώς παρουσίαζαν τα ίδια συμπτώματα. Ιδρώτας και πονοκέφαλος. Κανείς δεν ήξερε πλέον τι να κάνει. Κανείς δεν μπορούσε να ερμηνεύσει τίποτα απολύτως. Συγκεντρώθηκαν όλοι στην κουζίνα. Ένιωθαν έναν απροσδόκητο και απροσδιόριστο φόβο για κάτι που δεν μπορούσε να ερμηνευτεί, κάτι που δεν ξαναείχαν αντιμετωπίσει. Ήταν πλέον προφανές ότι δεν πρόκειται για σύμπτωση ή ασθένεια. Ήταν κάτι παραπάνω. Υπέρβαινε τα όρια της στενής αντίληψής τους. Μην μπορώντας να πάρουν απόφαση, κάλεσαν τον παπά του χωριού λέγοντας του ότι κάτι απόκοσμο στοίχειωνε το σπίτι τους. Ο παπάς δέχτηκε αλλά με δισταγμό. Λίγο μετά έφτασε. Είχε φέρει μαζί του ένα λιβανιστήρι και μια εικόνα. Πίστεψε ότι δεν πρόκειται για τίποτα. Σύντομα θα διαψευδόταν. Προχώρησε μέσα στο σπίτι. Τα φώτα άρχισαν να τρεμοπαίζουν. Άναψε το λιβάνι. Η μυρωδιά άρχισε να διαδίδεται στον χώρο. Τότε έγινε. Οι πολυέλαιοι κουνιόνταν τόσο γρήγορα που διαλύθηκαν. Η βιβλιοθήκη έπεσε μονή της. Τ φώτα τρεμόπαιζαν με μεγάλα κενά σκότους. Ο παπάς είχε αρχίσει να φοβάται. Σήκωσε ψηλά μπροστά του την εικόνα και άρχισε να λέει ευχές. Τότε... άρχισε όλο το σπίτι να σείεται. Σαν ένας μεγάλος σεισμός. Τα φώτα έσβησαν. Το πάτωμα ράγισε και αναδύθηκε ένα κόκκινο φως με απόκοσμα ουρλιαχτά και σατανικά γέλια. Και είπε: <<θα επιστρέψω...>>. Όλοι είχαν συγκλονιστεί. Κάνεις δεν μπορούσε να φανταστεί αυτό που συνέβαινε. Κάλεσαν την αστυνομία, και οι ίδιοι οι αστυνομικοί δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που έβλεπαν. Σφράγισαν αμέσως την περιοχή. Σε κανέναν δεν επιτράπηκε να πλησιάσει το σπίτι. Μόνο η οικογένεια. Μετά από μέρες έρευνας, δεν είχαν εντοπίσει τίποτα. Μέχρι που κάποιος είχε την ιδέα να σκάψουν κάτω από το ράγισμα του σαλονιού. Οι επόμενες μέρες κυριολεκτικά χαράχτηκαν ανεξίτηλα στην μνήμη όλου του χωριού. Η ανασκαφή σταμάτησε. Είχαν ανακαλύψει ένα νεκροταφείο του μεσαίωνα. Είχαν βρει τους σκελετούς τριών ανθρώπων οι οποίοι είχαν ένα ξύλο καρφωμένο στο στήθος τους. Η χρονολόγηση τους τοποθέτησε γύρω στο 1315. Το περίεργο? Κανένας απ τους τρεις δεν είχε κεφάλι....http://ift.tt/Tt3bAB



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Οτοστοπ

Κάποτε ήταν μια παρέα φίλων, όπου πήγαν σε ένα δάσος για να κατασκηνώσουν. Η παρέα αποτελούταν από 4 άτομα, από ένα ζευγάρι, την Έλεν και τον Τζέις, και δύο άλλα παιδιά, την Κλερ και τον Φίλιπ. Καθώς ταξίδευαν η Κλερ κοιτούσε έξω από το παράθυρο και είδε έναν να κάνει οτοστόπ. Ήταν κάπως περίεργος, κουκουλωμένος με μαύρα ρούχα και υφάσματα. Η κοπέλα τρόμαξε και το είπε στα παιδιά, αλλά αυτοί γελώντας την κορόιδεψαν. Τότε αυτή απελπίστηκε. Μετά από λίγο ξανά η ίδια ιστορία, και η Κλερ πήρε ένα σοβαρό ύφος. - Τί γίνεται Κλερ? είδες πάλι τον κουκουλοφόρο με την μάσκα? Είπε με ένα πλατύ χαμόγελο ο Τζέις. - Μην με κοροϊδεύεις Τζέις! Δεν είναι αστείο! - Μπα, και γιατί? Η Κλερ ήταν τελείως εκνευρισμένη, και τότε έκαναν μια στάση στο πιο κοντινό fast-food: - Παιδιά πάω να πλύνω τα χέρια μου και μετά θα έρθω να φάμε, είπε η Έλεν. - Έρχομαι και εγώ μαζί σου Έλεν! είπε η Κλερ. Καθώς τα κορίτσια κατέβηκαν τις σκάλες για να πάνε να πλυθούν, βρέθηκαν σε ένα εγκαταλελειμμένο πάρκινγκ, όπου ένα αυτοκίνητο κατευθυνόταν προς αυτές, και μέσα, ο κουκουλοφόρος με την μάσκα να βγάζει το χέρι του από το παράθυρο και να κάνει οτοστόπ. Ξαφνικά η πόρτα του fast-food κλείνει. Τα κορίτσια τρέχουν σοκαρισμένα από εδώ και από εκεί: - Λυπάμαι που δε σε πίστεψα Κλερ, είπε η Έλεν. -Τρέχα και ας τα αυτά! Τα κορίτσια βρήκαν κάτι, σαν σπιτάκι, και ενώ ο κουκουλοφόρος είχε εξαφανιστεί, βρέθηκε και πάλι μπροστά τους, στο σπιτάκι. Οι κοπέλες θα ήταν σε λίγο νεκρές. Ο Τζέις και ο Φίλιπ ανησύχησαν και κατέβηκαν και αυτοί κάτω. Βρήκαν το πάρκινγκ, κηλίδες αίμα που κατέληγαν σαν ένα ποτάμι. Ο Φίλιπ μιλούσε με τον Τζέις ώσπου ξαφνικά εξαφανίστηκε, το ίδιο και τα κορίτσια. Ο Τζέις πέθανε στο πάρκινγκ, ο Φίλιπ στο αυτοκίνητο και τα κορίτσια στο σπιτάκι, μετά όλοι αυτοί κατασκήνωσαν τελικά κάπου πολύ μακριά, στον Παράδεισο...http://ift.tt/Tt3bAB



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Ο φάρος μέσα στο δάσος

Η ιστορία μας έχει να κάνει με τον φάρο της Χαλκίδας, θυμάμαι που ήμασταν μικρά παιδιά και παίζαμε ανέμελα μέσα στο δάσος, στις κούνιες, η τρέχαμε σαν παλαβά στα σκοτεινά μονοπάτια. Τώρα θα μου πείτε ποιο δάσος κρύβει μέσα του έναν φάρο. Και όμως ο φάρος της Χαλκίδας βρίσκεται σε ένα δάσος και είναι ακόμα σε λειτουργία. Ο φάρος της κακής κεφαλής. Είναι ένα πολύ όμορφο μέρος για ζευγαράκια για περίπατο η ακόμα για ιστορίες τρόμου. Και ναι αυτός ο φάρος κρύβει πολλά σκοτεινά μυστικά... Θυμάμαι που τα βράδια μαζευόμασταν στα παγκάκια και λέγαμε διάφορες ιστορίες και ο σκοπός μας ήταν ένας. Να τρομάξουμε και να φύγουμε τρέχοντας από το σκοτεινό δάσος. Υπήρχε όμως μια αληθινή ιστορία όπου μας την είχε διηγηθεί ο δασοφύλακας που δούλευε και σαν υπεύθυνος στον φάρο και για αυτό τον λόγο ποτέ δεν μας άφηνε να καθόμασταν μετά τις δύο η να ερχόμασταν τα βράδια όπου είχε πανσέληνο. Η ιστορία του μετά από λίγα χρόνια μάθαμε πως ήταν αληθινή γιατί εμείς οι ίδιοι ήμασταν που βρήκαμε έναν τάφο ενός μικρού κοριτσιού. Και το μόνο που θέλω τώρα είναι να μοιραστώ μαζί σας την ιστορία μου. Ξέχασα να σας αναφέρω ότι ο δασοφύλακας είχε πολύ τρομακτική όψη και τον φοβόμασταν. Είχε μεγάλη γενειάδα και το ένα μάτι ήταν γυάλινο και πάντα κρατούσε στο δεξί χέρι ένα μπαστούνι. Μάλιστα κάποιοι έλεγαν πως είχε σκοτώσει κάποιον με αυτό μια φορά... Η ιστορία του έχει να κάνει με μια ψυχή ενός κοριτσιού που είχε εγκλωβιστεί μέσα στο δάσος στοιχειώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του, μέχρι κάποιος να πάρει εκδίκηση για τον άδικο και βίαιο μα και απαίσιο θάνατο της... Πρόκειται για ένα κορίτσι 13 χρόνων που το απήγαγαν 5 παιδιά όπου το χτυπούσαν ανελέητα, την βίαζαν και την κακομεταχειρίζονταν ξανά και ξανά μέχρι τελευταίας πνοής. Kαι όλα τα στοιχεία, μαζί με το άψυχο και βασανισμένο κορμί της, θάφτηκαν κάπου στο φάρο μέσα στο δάσος. Στο φάρο της κακής κεφαλής... Το όνομα αυτό το έχει πάρει για πόλους λόγους, έχουν γίνει παρά πολλά και συνεχίζονται να γίνονται. Από ναρκωτικά, δολοφονίες, βιασμοί, μέχρι και μαύρη μαγεία. Και μάλιστα αυτό το κορίτσι έπεσε θύμα τελετής. Αυτά τα πέντε παιδιά άνηκαν σε ένα γκρουπ σατανιστών. Ο σκοπός τους ήταν να χαρίσουν την ψυχή της στον σατανά με αντάλλαγμα λίγο πλούτο αφού πρώτα πέρασαν καλά μαζί της. Αλλά φαίνεται πως αυτός δεν την ήθελε, δεν ήταν ποια παρθένα. Έτσι το μόνο που κατάφεραν ήταν να εγκλωβίσουν την ψυχή της ανάμεσα σε δύο κόσμους περιστοιχειώνοντας το φάρο μέσα στο δάσος... Θυμάμαι ποιο παλιά πριν απαγορευτεί η είσοδος μετά τα μεσάνυχτα, πως είχα ακούσει κάποια ζευγαράκια να λένε πως καθώς έτυχε να απολαμβάνουν τον έρωτα τους εκείνες τις απαγορευμένες ώρες να ακούνε αμυδρά έναν ψίθυρο στο αυτί η να ακούνε κάποιον να τρέχει μέσα στο δάσος πατώντας στις πευκοβελόνες και στα ξεροκλάδια που υπήρχαν στο χώμα, η ακόμα ένα γέλιο η ένα κλάμα ενός μικρού κοριτσιού. Η ακόμα πως ένιωσαν κάτι να τους πιάνει στον ώμο η ένα μικρό σπρώξιμο. Αλλά κανένας δεν είδε τίποτα, ποτέ δεν έβλεπαν. Μόνο άκουγε. Κάπως έτσι και εγώ με την παρέα μου. Από την μέρα που μας είπε την ιστορία ο δασοφύλακας θέλαμε να μάθουμε πόσο αλήθεια ήταν όλα αυτά. Και κάπου εδώ ξεκινάει η δίκη μου ιστορία. Η περιέργεια πάντα κέντριζε το μυαλό μας και κάθε νύχτα πηγαίναμε με την παρέα μου έξω από το δάσος. Αλλά η πόρτα ήταν πάντα κλειστή και μάλιστα με αλυσίδες... Εκεί συναντούσαμε συνέχεια την ησυχία και στην ατμόσφαιρα ακούγονταν μόνο οι δικές μας ομιλίες και τα γέλια μας. Μια νύχτα σκέφτηκα να κάνω εγώ το πρώτο βήμα και είπα στους φίλους μου να πηδήξουμε την είσοδο και να περπατήσουμε μέχρι το φάρο. Τους καθησύχαζα ότι όλα επρόκειτο για μια φήμη... Ένας από την παρέα, ο Στέλιος, δεν σταμάτησε τα αστεία και τα κακόγουστα σχόλια. "Άντε Καλημέρης, πήγαινε εσύ πρώτος κι αν γυρίσεις ζωντανός, θα ακολουθήσουμε κι εμείς" μου είπε και έσκασε στα γέλια. Αν και όλοι παίζαμε τα παλικάρια, κανένας μας δεν είχε το κουράγιο να μπει στο σκοτεινό δάσος κι έτσι αποφασίσαμε να περιμένουμε έξω μήπως και ακούσουμε κάτι.... Όλα ήταν ήρεμα ώσπου ξαφνικά γύρω στις 4 τα ξημερώματα μια άγρια φωνή από το βάθος. Ποιος είναι εδώ? Τα πόδια μας κόπηκαν αλλά δεν πήρε πολύ ώρα να καταλάβουμε πως ήταν ο δασοφύλακας και το βάλαμε αμέσως στα πόδια τρέχοντας και γελώντας δυνατά. Την επόμενη μέρα ξαναπήγαμε και όλα ήταν και πάλι ήρεμα. Αυτή τη φορά ήμασταν κι εμείς πιο ήρεμοι. Το ίδιο σκηνικό ακολούθησε για αρκετές μέρες. Πηγαίναμε και περιμέναμε έξω από το δάσος. Ώσπου ένα βράδυ Κυριακής βρήκα το θάρρος και πήδηξα μέσα. Δεν ξέρω το γιατί αλλά μόλις το έκανα, μια ανατριχίλα και κρύος ιδρώτας περιέλουσε το κορμί μου, ενώ ταυτόχρονα ένας ψυχρός αέρας με χτύπησε για λίγο στο σβέρκο. Υποψιάστηκα ότι μάλλον θα ήταν από το φόβο μου. Στα υπόλοιπα παιδιά είπα πως όλα είναι εντάξει και έτσι ακολούθησαν κι αυτοί. Στην αρχή κοιτούσαμε ο ένας στα μάτια τον άλλον και μετά με μεγάλη επιφυλακτικότητα κοιτούσαμε δεξιά και αριστερά. Όλα φαίνονταν ήρεμα μέσα στο σκοτάδι. Μόνο το θρόισμα από τα φύλλα των δέντρων υπήρχε. Έτσι σιγά - σιγά και πάντα δειλά αρχίσαμε να περπατάμε προς το βάθος... Το σκοτάδι μας είχε περικυκλώσει. Δεν βλέπαμε ούτε τη μύτη μας. Ώσπου ξαφνικά μια λάμψη από το πουθενά εμφανίστηκε λίγα μέτρα μακριά μας. Εκεί παγώσαμε για τα καλά. Δεν είχα ξανανιώσει τέτοιο φόβο. Για λίγο ήταν ακίνητο σαν να μας παρακολουθούσε... Και μετά τίποτα... Απλά εξαφανίστηκε... Δεν μείναμε άλλο εκεί... Αμέσως τρέξαμε προς την έξοδο και φύγαμε για την πλατεία στον Άγιο Ταξιάρχη. Αυτό που θέλαμε να πιστέψουμε ήταν πως αυτό που είδαμε ήταν ο δασοφύλακας που κρατούσε το φανάρι... Όμως, ήταν αυτός? Ή απλά κοροϊδεύαμε τον εαυτό μας? Για μέρες δεν ξαναπατήσαμε το πόδι μας εκεί... Είχαμε φοβηθεί όσο ποτέ στη ζωή μας! Αλλά καταλάβαμε ότι σε αυτό το δάσος υπήρχε ένα μυστήριο που περίμενε υπομονετικά κάποιον να το λύσει. Η περιέργεια όμως μας νίκησε και αρχίσαμε τα τηλεφωνήματα μεταξύ μας για να συμφωνήσουμε να ξαναπάμε. Όπως και τις πρώτες μέρες έτσι και τώρα ήμασταν διστακτικοί αλλά τελικά αποφασίσαμε να πάμε. Το ότι υπήρχε πανσέληνος εμείς το αγνοήσαμε και είχαμε ξεχάσει και τα λόγια που μας είχε πει ο δεσμοφύλακας για τα βράδια με ολόκληρο το φεγγάρι. Όταν φτάσαμε στο δάσος, έκανα εγώ την πρώτη κίνηση για δεύτερη φορά και ξανάνιωσα εκείνη την ανατριχίλα, τον κρύο ιδρώτα και αυτή τη φορά ένα ψίθυρο στο δεξί αυτί μου πιστεύοντας ότι αυτό που άκουσα ήταν το όνομα μου... Ένιωσα ότι κάποιος η κάτι με καλούσε προς το βάθος του δάσους. Αυτή τη φορά δεν περίμενα τους φίλους μου. Δεν ξέρω γιατί αλλά κάτι με έσπρωχνε σαν μαγνήτης προς το απόλυτο σκοτάδι... Οι υπόλοιποί βλέποντας με, με ακολούθησαν χωρίς να υποψιάζεται κανένας μας για αυτό που θα συνέβαινε. Ναι καλά ακούσατε, αυτό που θα μας συνέβαινε. Καθώς προχωρούσαμε προς το σκοτεινό δάσος ο ψυχρός αέρα περιέλουζε για δεύτερη φορά ολόκληρο το κορμί μου. Αμέσως αντίκρισα ξανά το ίδιο φως να βρίσκεται λίγα μέτρα μακριά μου ξαφνικά όλα πάγωσαν. Τα χέρια μου κοκκάλωσαν και ένιωσα να χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Κρύος ιδρώτας να με λούζει και καθώς διακρίνω την άχνα μου να βγαίνει από το στόμα μου να νιώθω ότι θέλω να βάλω τις κραυγές και να φύγω τρέχοντας έξω από το δάσος. Κάτι όμως με σταματούσε, και κάτι με έσπρωχνε όλο και ποιο δυνατά να πάω προς το μέρος του. Οι φίλοι μου είχαν χαθεί δεν τους έβλεπα πια. Άκουγα να με φωνάζουν αλλά δεν έδινα καμία σημασία και αυτό γιατί ήμουν χαμένος. Χαμένος στο κάλεσμα του φωτός. Ξαφνικά ένιωσα κάτι να με καθοδηγεί προς το μέρος του κι εγώ δειλά δειλά και έντρομος απλά ακολουθούσα. Λίγα μέτρα μακριά του το διακρίνω πλέον καθαρά και ήταν, είναι ότι αυτό που έβλεπα ήταν ακριβώς αυτό που μας είχε περιγράψει ο δασοφύλακας. Και ναι ήταν το σχήμα του κοριτσιού που μας είχε περιγράψει. Κυριευμένος από το φόβο κατάφερα και πλησίασα αρκετά κοντά και διέκρινα ότι ήταν πολύ λυπημένο και έκλαιγε γονατιστό. Έτσι δεν δίστασα να το ρωτήσω άμα είναι καλά η αν χρειάζεται κάποια βοήθεια. Ξαφνικά σταματά να κλαίει, γυρίζει να με κοιτάξει, βγάζει μια κραυγή και πετώντας έρχεται κατά πάνω μου, περνάει από μέσα μου με άγριο ύφος και εξαφανίζεται. Ρίγος και ανατριχίλα κυριεύει πλέον το κορμί μου. Το αίμα μου έχει παγώσει και νιώθω την καρδιά μου να σταματά. Τα γόνατα μου και τα χέρια μου ακουμπισμένα στο χώμα να κάνω προσπάθειες να σηκωθώ, το σώμα ακίνητο παραμένει αφού εξασθένησαν όλες οι δυνάμεις μου. Αμέσως κραυγές και ουρλιαχτά στοιχειώνουν όλο το δάσος. ώσπου νιώθω ένα χέρι από πίσω να με ακουμπά στον ώμο και μια φωνή να με ρώτα άμα είμαι καλά. Αμέσως όλα σταματάνε και απόλυτη σιωπή κυριαρχεί και πάλι στο δάσος. Οι δυνάμεις μου επέστρεψαν και πάλι στο κορμί μου, ενώ τα ρίγη και οι ανατριχίλες που κυρίευαν ποιο πριν έφυγαν και αυτά έτσι ξαφνικά. Δεν αργώ να διαπιστώσω ότι βρισκόμουν γονατισμένος στο σημείο που ήταν γονατισμένο η μορφή του κοριτσιού. Παρατήρησα πως υπήρχε ένα σύμβολο πάνω σε μια πέτρα αλλά δεν μπορούσα να το διακρίνω καθαρά μέσα στο σκοτάδι και έτσι σηκώθηκα και έφυγα με τους φίλους μου. Στο δρόμο της επιστροφής εξηγούσα στους φίλους μου όλο το σκηνικό που είχε συμβεί αλλά κανένας δεν πίστεψε από όλα όσα είπα για το λόγο ότι για αυτούς ήταν όλα φυσιολογικά και ήρεμα. Ούτε σκιές ούτε κλάματα ούτε κραυγές και ουρλιαχτά. Το μόνο που έλεγαν ήταν πως υπήρχε πρόβλημα στον εγκέφαλο μου και πως τα έχω χάσει αλλά να μην ανησυχώ, με ένα γενικό σέρβις θα είμαι σαν καινούργιος. Χα χα δεν σταμάτησαν ούτε λεπτό να με πειράζουν μέχρι να πάρει ο καθένας το δρόμο για το σπίτι του. Αλλά μήπως έχουν δίκιο? Μήπως όλα ήταν στο μυαλό μου και ήταν όλα στη φαντασία αφού ήμουν επηρεασμένος από το φόβο και το σκοτάδι? Όπως και να έχει θα πρέπει να πάω ξανά εκεί μα πρώτα πρέπει να μάθω για το σύμβολο που είδα τη συμβολίζει και ποια η σημασία του. Το επόμενο πρωί πήγα μόνος μου στο φάρο για να εξακριβώσω το σχέδιο του συμβόλου αφού όλοι μου οι φίλοι κοιμόντουσαν και ένας που ήταν ξύπνιος είχε φύγει με την μητέρα του για ψώνια. Φτάνοντας στο φάρο διαπίστωσα πως είχε μαζευτεί περίπου οι μισοί αστυνομία της Χαλκίδος. Πήγα σε ένα αστυνομικό να ρωτήσω τι είχε συμβεί αλλά κανείς δεν μου έδωσε πληροφορίες γιατί ήμουν ανήλικος. Δεν άργησα να μάθω πληροφορίες από κάτι περαστικούς που συζητούσαν για αυτό που είχε συμβεί. Το βράδυ λίγο μετά που φύγαμε από το φάρο βρήκε τραγικό τέλος ο δασοφύλακας. Ναι αυτός ο τρομακτικός άνθρωπος με το γυάλινο μάτι ήταν πλέον νεκρός. Θεέ μου... Εγώ είμαι σίγουρος ότι έχει να κάνει με όλη αυτήν την μυστήρια ιστορία που επικρατεί στο δάσος. Κάτι μου λέει πως αυτό που έζησα το βράδυ δεν ήταν μόνο η φαντασία μου. Λίγο αργότερα κατέφθασα στο σπίτι και αφού δεν μπορούσα να κάνω και πολλά, μπήκα στο ίντερνετ για να ψάξω για το σύμβολο που θυμόμουν αμυδρά. Δεν κατάφερα να βρω αρκετά μόνο κάτι μεσαιωνικά σύμβολα που πιστεύω δεν είχαν καμία σχέση με αυτό που είχα δει. Λίγο αργότερα άρχισα να παίρνω τους φίλους μου τηλέφωνο για να τους διηγηθώ αυτό που είχε γίνει λίγο μετά που φύγαμε εμείς από το φάρο. Και τα τρία παιδιά εκπλαγήκαν που το άκουσαν αυτό. Στην αρχή ήταν διστακτικά και δεν ήθελαν να με πιστέψουν αλλά το έκαναν. Δεν εκπλάγηκα όταν άκουσα έναν από τους τρεις να μου λέει πως πρέπει να σταματήσει αυτό το θέμα εδώ πριν γίνει άλλο κακό η βρούμε τον μπελά μας. Εκεί κατάλαβα πως ήμουν μόνος. Κανένας τους δεν ήθελε να λύσει το μυστήριο που επικρατεί στο δάσος. για κάποιες μέρες το άφησα και εγώ αυτό το θέμα αφού πιθανόν να παρακολουθούσε την περιοχή η αστυνομία. Χωρίς καλά καλά να ξεκινήσω την έρευνα πρόσεξα ότι στο σημείο που είχε γονατίσει το κοριτσάκι υπήρχαν αποτυπώματα από παλάμες. Τελικά αποδεικνύεται ότι δεν ήταν όλα στην φαντασία μου. Κοίταξα για το σύμβολο αλλά αυτή τη φορά δεν το είδα, λες και ο χρόνος είχε σβήσει κάθε ίχνος από την πέτρα. Νομίζω εδώ τελείωσε η έρευνα μου έτσι πήρα το δρόμο της επιστροφής. Φτάνοντας στο σπίτι κάτι περίεργο είχε συμβεί, όλοι οι γονείς των φίλων μου και οι δύο φίλοι μου ήταν στο σπίτι και με περίμεναν. Για κάποιο λόγο το μυαλό μου πήγε αμέσως στο κακό αφού ένας από τους φίλους μου έλειπε. Ο ένας από τους καλύτερους μου φίλους βρήκε τραγικό θάνατο. Αν και οι γονείς του μου είπαν πως το τελευταίο καιρό είχε πέσει παρά πολύ ψυχολογικά έτσι πήδηξε από την ταράτσα του σπιτιού δεν το πίστεψα. Δεν ήταν άνθρωπος που θα έφτανε σε τέτοιο σημείο ότι και αν του συνέβαινε. Ότι δυσκολίες και να του παρουσιάζονταν σε αυτή τη ζωή πάντα έβρισκε μέσα του τη δύναμη να τις αντιμετωπίσει. Έμεινα άφωνος όταν άκουσα αυτή την άσχημη είδηση. Ήθελα να βάλω τα κλάματα αλλά ήξερα ότι έπρεπε να φανώ δυνατός. Δεν πήγε ούτε λίγο στο μυαλό μου ότι δεν θα ξαναδώ έναν από τους καλύτερους μου φίλους, και πόσο μάλλον θα μου λείψουν οι πλάκες που κάναμε μαζί... Ήξερα μέσα μου πως για όλα είχε σχέση η ιστορία που κυριαρχεί στο φάρο. Καλημέρη βοήθησέ με... τον άκουγα βλέποντας από μακριά το πρόσωπο του να χάνεται στο σκοτάδι... Ανοίγω τα μάτια μου και κοιτάζω γύρω μου, όλα στο δωμάτιο ήταν φυσιολογικά, μόνο ο κρύος ιδρώτας υπάρχει να λούζει το κορμί μου. Άραγε ήταν μόνο ένα όνειρο? Μήπως σημαίνει κάτι? Πρέπει να μάθω και γρήγορα... Πρέπει να τελειώσει αυτή η ιστορία πριν γίνει άλλο κακό. Έτσι αφού ξημέρωσε, περίπου στις 10 η ώρα πήγα πάλι στο φάρο. Κάτι πρέπει να υπάρχει που δεν το έχω βρει ακόμα και είναι εκεί και με περιμένει. Το μόνο που χρειαζόταν είναι να ψάξω στο σωστό σημείο. Φτάνοντας όμως κάτι σταματάει τα σχέδια μου, η αστυνομία είναι και πάλι εκεί και φιλάει την περιοχή. Έτσι συνέχισα την πορεία μου με διακριτικό τρόπο ώστε να μην δώσω κάποια αφορμή για να με σταματήσουν και να αρχίσουν τις ερωτήσεις. Μάλιστα ένας από τους αστυνομικούς με κοίταζε επίμονα... Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να έρθω όταν νυχτώσει και ήθελα να το αποφύγω. Ακόμα υπάρχει αυτός ο φόβος από εκείνη την νύχτα που με είχε κυριεύσει. Έτσι σαν Παρασκευή που ήταν πήρα την εφημερίδα Ευβοική Γνώμη και μάντεψε τι είχε για επικεφαλίδα: ΤΡΑΓΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟ ΒΡΗΚΕ Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΣΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΟΥ ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΑ ΑΙΤΙΑ. Έμεινα λίγο σαστισμένος κοιτάζοντας συνεχώς τον τίτλο, δεν καταλαβαίνω τον λόγο όμως. Ήταν κάτι που ήδη το γνώριζα. Τώρα πήρα το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι και αφού δεν είχα να κάνω κάτι περίμενα να περάσουν οι ώρες που είχαν απομείνει ανιαρά ανοιγοκλείνοντας κάθε λίγο την τηλεόραση μήπως έχει κάτι ενδιαφέρον, πηγαίνοντας που και που στο δωμάτιο και ξάπλωνα έστω για πέντε λεπτά η ανοίγοντας το ψυγείο ψάχνοντας για καμία λιχουδιά παρόλο που δεν πεινούσα. Απλά για να φύγει η λαιμαργία η για να περάσει η ώρα. Οι ώρες αν και δύσκολες η καλύτερα βαρετές με πολλούς αργούς ρυθμούς πέρασαν. Έτσι κατά της εννιά το βράδυ άρχισα να εφοδιάζομαι με όλα τα απαραίτητα, όχι πολλά πράγματα, ένα φακό και ένα κομποσκοίνι που μου είχαν κάνει δώρο στη γιορτή μου όπου το είχε φτιάξει ένα ασκητής στο Άγιο Όρος λέγοντας από μέσα του ΚΎΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Έτσι ξεκίνησα πάλι για το φάρο. Το φάρο της κακής κεφαλής όπου ο μύθος του πήρε άλλες δύο ψυχές. Του φαροφύλακα και του καλύτερου μου φίλου. Στο δρόμο καθώς πήγαινα κάτι παράξενο συνέβη, κάποιος φώναξε το όνομα μου, γυρνάω και παρατηρώ από απόσταση δύο σκιές να με πλησιάζουν. Δεν αργώ όμως να καταλάβω ότι ήταν οι δύο φίλοι μου. -εεε... Καλημέρη, περίμενε και εμάς. Φωνάζει ένας από τους δύο. -Που πάτε βρε παιδιά τέτοια ώρα? -Σε εσένα. Μου απαντούν. -Φανταστήκαμε ότι θα συνέχιζες την έρευνα και είπαμε να έρθουμε και εμείς να σε βοηθήσουμε. Παίρνει τον λόγο ο Γιάννης. -Εξάλλου... Δεν τον άφησα να τελειώσει την κουβέντα του. -Εξάλλου τι? Τον ρώτησα με βλέμμα που καρφώνει. -Εξάλλου από την μέρα που πέθανε ο φίλος μας, μας στοιχειώνει τα όνειρα μας σαν να θέλει να μας πει κάτι. -Σαν να θέλει να λύσουμε το μυστήριο. Συμπληρώνει ο Δημήτρης και συνεχίζει πάλι ο Γιάννης. -Δεν έπρεπε να σε αφήσουμε μόνο, υπάρχει ένα μυστήριο που πρέπει να λυθεί και μόνος δεν θα μπορέσεις. -Ευχαριστώ βρε παιδιά με συγκινήσατε. -Ας το κάνουμε για το φίλο μας και την ψυχή που είναι εγκλωβισμένη τόσα χρόνια στο φάρο. Δώσαμε και οι τρεις μας τα χέρια και ξεκινήσαμε μαζί για το φάρο. Στο δρόμο με ρώτησε ο Γιάννης τη ανακάλυψα αυτό τον καιρό με τις έρευνες μου. -Οχι και πολλά. Σκέφτηκα, μάλλον τίποτα. Αλλά ξαφνικά μου ήρθε στο μυαλό ότι έχει να κάνει με μια ψυχή και για να υπάρχει η ψυχή κάπου πρέπει υπάρχει και ένα πτώμα. Άμα βρεθεί το πτώμα θα ησυχάσει και η ψυχή και τότε όλα θα λυθούν. - Θα σας πω όταν φτάσουμε Προχωρώντας παραλιακά και αυτή την φορά όχι μόνος, μια όμορφη βραδιά επικρατούσε και έτσι παραμυθένια που απλωνόταν σαν κουρτίνα με την πόρτα ανοιχτή να την κυματίζει ο αέρας το φεγγάρι πάνω στην θάλασσα ήθελα να τα ξεχάσω όλα, να πετάξω ότι ρούχο φορώ και να βουτήξω μέσα της. Αλλά όχι, είχα ένα μυστήριο να λύσω μια αποστολή να πω καλύτερα... Για λίγο είχα μείνει να κοιτάω την θάλασσα κάνοντας διάφορες σκέψεις στο μυαλό μου. Όπως για παράδειγμα πρέπει να ήταν πέρσι που ακριβώς σε αυτό το σημείο είχαμε μαζευτεί οικογενειακά και με κάποιους φίλους για ένα νυχτερινό μπάνιο και η βραδιά ήταν το ίδιο όμορφη σαν ένα παραμύθι με αίσιο τέλος. -Εεεεεε Καλημερη που χάθηκες? Νιώθοντας ένα χέρι να με ακουμπά στον ώμο. Τα λόγια του Γιάννη που τόσο με ξάφνιασαν με έκαναν να επιστρέψω στην πραγματικότητα. -Εεεεεε όχι, τίποτα, πάμε. φτάνοντας έξω από το φάρο είδα πως είχαν βγάλει τις κίτρινες προειδοποιητικές κορδέλες της αστυνομίας και πως μεγάλη μου έκπληξη οι πόρτες ήταν ανοιχτές σαν να μας περίμεναν. Καλύτερα σκέφτηκα, δεν θα χρειαστεί να πηδήξουμε. Αμέσως πήρα το λόγο και είπα στους δύο φίλους μου ότι ψάχνουμε για ένα πτώμα, πως πρέπει να βρίσκεται οπουδήποτε και πως πρέπει να είμαστε πολύ παρατηρητικοί μα και προσεκτικοί γιατί ο κίνδυνος παραμονεύει. Κοιταχτήκαμε στα μάτια, δώσαμε τα χέρια και χωριστήκαμε μέσα στο σκοτεινό δάσος. Σε όλη την διαδρομή που περπατούσα ένιωθα γύρω μου μια αύρα να υπάρχει. Όλη την ώρα είχα την σκέψη - Να τώρα θα εμφανιστεί - αλλά δεν εμφανιζόταν. Όχι ακόμα τουλάχιστον... Κοιτούσα με πολλή προσοχή σε κάθε σημείο, κάθε λεπτομέρεια, για κάποιο σημάδι που θα μπορούσε να υπάρχει. Ούτε και κατάλαβα πότε χάθηκαν από τα μάτια μου οι φίλοι μου... Καινούργιες σκέψεις μπήκαν στο μυαλό μου αλλά δεν έδωσα σημασία. Ξαφνικά νιώθω ένα ψυχρό αεράκι να με χτυπάει στο σβέρκο. -Και πολύ άργησες να εμφανιστείς... αμέσως σκέφτηκα. Κατάλαβα ότι είχα πλησιάσει αρκετά στο σημείο όπου είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά η ψυχή του κοριτσιού. Από στιγμή σε στιγμή ήξερα ότι θα εμφανιστεί, αλλά αυτή την φορά δεν θα άφηνα τον φόβο μου να με κυριαρχήσει. Και κατά βάθος ήξερα γιατί πήρα εγώ αυτό το μονοπάτι... Φαντάζομαι ότι δεν θα άντεχαν οι φίλοι μου αυτό που άντεξα εγώ. Ακόμα δεν μου έχει περάσει όλο αυτό που είχα νιώσει εκείνη την ημέρα. Ήταν σαν εκείνη τη νύχτα όπου είδα για πρώτη φορά στην τηλεόραση το ALIEN και πριν προλάβει να τελειώσει έπεσα σε έναν βαθύ ύπνο και ξύπνησα σε έναν κόσμο από εφιάλτες. Πρέπει να ήταν το 1992 σε μια ηλικία 10 χρονών. Δεν θα το ξεχάσω αυτό το όνειρο. Είχα δει ότι με ξύπνησε ένα μαύρο χέρι που με τράβηξε μέσα από το κρεβάτι και που με πήρε σε έναν κόσμο όπου γίνονταν φρικτά πράγματα. Είχα βάλει τα κλάματα ενώ παράλληλα ήθελα να κοιτάξω από κάτω από το κρεβάτι αλλά ο φόβος με είχε κυριαρχήσει, μέχρι που μπήκε η μητέρα μου στο δωμάτιο, άναψε το φως και με πήρε στην αγκαλιά της για να με ηρεμήσει. Ήταν από τις λίγες φορές που αναζήτησα την παρέα της τις νύχτες... Και όπως το φαντάστηκα, το κοριτσάκι ήταν εκεί. Λίγο χάθηκα μέσα στις σκέψεις μου και εμφανίστηκε. Στεκόταν ακριβώς στο ίδιο σημείο γονατισμένο με τα χέρια να ακουμπάνε στο έδαφος. Στην αρχή πήγα πάλι να καταρρεύσω αλλά όχι. Αυτή τη φορά νίκησα. Κατάπια λίγο από το σάλιο μου που είχε κολλήσει στο λαιμό και πλησίασα αρκετά ώστε να μπορέσω να της μιλήσω. -Είμαι εδώ για σένα, για να σε βοηθήσω να βρεις τον δρόμο σου. Αυτές ήταν οι λέξεις που βγήκαν από μέσα μου. Το κοριτσάκι σταμάτησε να κλαίει, γυρνάει, με κοιτάζει με ένα βλέμμα από πάγο και τότε έβγαλε μια δυνατή τσιρίδα. Πρέπει να ήταν τόσο δυνατή που με ανάγκασε να κλείσω με τα χέρια τα αυτιά μου για να μην πάθουν κάποια ζημιά, σφίγγοντας τα βλέφαρα μου με όλη μου την δύναμη. Η κραυγή σταματάει, ανοίγω τα μάτια μου, την βλέπω να σηκώνεται στα πόδια της και έρχεται προς το μέρος μου με ένα βλέμμα αυτή την φορά που σκοτώνει. Τα αντανακλαστικά μπήκαν σε λειτουργία και άθελά μου κάνω δύο βήματα προς τα πίσω που αυτό είχε σαν κατάληξη να σκοντάψω σε μια πέτρα που υπήρχε πίσω μου. Βρισκόμουν με τον κώλο καθισμένος και τα χέρια ακουμπισμένα πίσω από την πλάτη μου στο χώμα. Έρχεται από πάνω μου, σκύβει στο σημείο που βρισκόταν το πρόσωπο μου, βγάζει άλλη μια τσιρίδα πιο δυνατή αυτή τη φορά και τρέχει μέσα στο δάσος με ένα σατανικό γέλιο. -Ωχ, οι φίλοι μου. Αυτή ήταν η σκέψη που υπήρχε στο μυαλό μου. Αμέσως κατάλαβα ότι κινδυνεύουν, σηκώθηκα και άρχισα να τρέχω και εγώ να προλάβω να τους ειδοποιήσω. Αλλά δεν πρόλαβα. Το κοριτσάκι δεν φαινόταν πουθενά, λίγα μέτρα έξω από το φάρο είδα τους φίλους μου να περπατάνε μαζί να χαχανίζουν σαν χαζοί. Ένας Θεός ξέρει τι λέγανε αλλά κατάλαβα ότι πρέπει να έλεγαν αστεία. Θα έλεγε κανείς ότι πιο πολύ κάνανε περίπατο παρά να ψάχνουνε για κάποιο στοιχείο, πόσο μάλλον ένα πτώμα. -Γιάάάάάάάαννηηηηηηηηη Δημήήήήήήήήτρηηηηηηηη? Φύγετεεεε από το φάααααροοοο. -Τιιιιιιιιιιιιιι? Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Δημήτρη και του Γιάννη που άκουσα για την υπόλοιπη ζωή μου. Δεν πρόλαβα να τους σώσω. Σπάει ένα μεγάλο κλαδί και καρφώνεται με τόση δύναμη στο κεφάλι του Δημήτρη που διαπερνάει όλο του το σώμα και σταματάει στο έδαφος. Όπως ένα αρνί που το έχουν σουβλίσει και περιμένουν να το ψήσουν για να γιορτάσουν το Πάσχα. Ο φίλος μου στέκεται ακόμα όρθιος, όρθιος αλλά νεκρός. Τα μάτια του έχουν γυρίσει ανάποδα, ο φακός έχει γλιστρήσει από το χέρι του και το αίμα έχει γίνει γύρω του ποτάμι. Ο Γιάννης έχει βάλει τις κραυγές και τρέχει να φύγει από το φάρο κουνώντας τα χέρια του ανέμελα στον αέρα καθώς δάκρυα ξεγλιστρούν πίσω του πέφτοντας στο έδαφος σαν σταγόνες από βροχή. Τότε γυρίζω το κεφάλι μου προς το δέντρο που έσπασε το κλαδί και βλέπω το κορίτσι να πηδάει από την κορυφή του δέντρου και πάντα γελώντας τρέχει πίσω από τον Γιάννη, περνάει από μέσα του και σταματάει λίγα μέτρα μπροστά του. Ο φίλος μου έχει μείνει σαστισμένος, ο φόβος αυτή την στιγμή είναι ο μόνος κυρίαρχος αυτού του παιχνιδιού. <<Μην με σκοτώσεις σε παρακαλώ μη>>, είναι τα μόνα λόγια που ξεπηδούν από τα χείλη του. Το κοριτσάκι τον πλησιάζει με ένα βλέμμα αυτή την φορά <<σσσσσσς.... Εγώ είμαι εδώ, μην φοβάσαι>>. και τότε απλώνει το χέρι της και με ένα απλό άγγιγμα του νυχιού της ανοίγει ο λαιμός στα δύο ξαπλώνοντας το κεφάλι προς τα πίσω ακουμπώντας στην πλάτη. Το κορμί του φίλου μου έχει πέσει στο πάτωμα και σπαρταράει σαν ψάρι έξω από το νερό μέχρι να πεθάνει και ο τελευταίος μυς. Το κορίτσι τώρα κοιτάει εμένα, μου δίνει ένα γλυκό χαμόγελο σαν να μου λέει ευχαριστώ και φεύγει χοροπηδηχτή ή μάλλον χορεύοντας. Τρέχω αμέσως στον Γιάννη, βάζω το σώμα του σε μια οριζόντια θέση με το κεφάλι του κανονικά, <<απίστευτο πόσο αίμα ακόμα Θεέ μου>>? Βλέπω τα μάτια του είναι ακόμα ζωντανά και τα χείλη του να κουνιούνται σαν να θέλει να μου πει <<ωραία περάσαμε όσο κράτησε αυτή η φιλία σε αυτή την ζωή. Θα τα πούμε στην επόμενη>>. <<Ναι φίλε μου, ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά>>. Τότε νιώθω το χέρι του να σφίγγει το δικό μου για μια στιγμή και μετά, μετά τίποτα, όλα τελείωσαν για αυτόν... Έκλεισα τα μάτια του και τότε δεν μπόρεσα να φανώ δυνατός. Εγώ ξέσπασα σε κλάματα και τα κλάματα σε δάκρυα φωνάζοντας ξανά και ξανά <<γιατίίίίίίίίίίίίί?>>. Τότε εμφανίστηκε πάλι το κορίτσι μπροστά μου με ένα ποιο ζωηρό βλέμμα αυτή την φορά και με ένα ύφος σαν να μου λέει <<έλα πάμε>>. Τότε σηκώθηκα και την ακολούθησα μέχρι το σημείο που την συνάντησα για πρώτη φορά και μου δείχνει με το χέρι της το σημείο που στεκόταν. -Τι θέλεις τώρα? Αλλά δεν παίρνω απάντηση. Ήξερα όμως τι ήταν αυτό που ζητούσε. -Θέλεις να σκάψω εδώ έτσι? Αυτή την φορά παίρνω την απάντηση κουνώντας το κεφάλι της καταφατικά... -Ναι αλλά δεν έχω φτυάρι. Και τότε μου δείχνει πάλι με το χέρι της την πέτρα όπου σκόνταψα πριν. Πριν γίνουν όλα αυτά. Ήταν αρκετά μυτερή για να μπορέσω να σκάψω. Θα έλεγε κανείς ότι αυτή η πέτρα ήταν εκεί για έναν σκοπό, αυτό τον σκοπό. Την πήρα με τα δυο μου χέρια και άρχισα να σκάβω με ότι δύναμη και κουράγιο θα μπορούσε να μου έχει απομείνει μέχρι που διακρίνω κάτι ξανθά μαλλιά να ξεπροβάλουν από το σημείο που έσκαβα και έτσι συνέχισα με τα χέρια μου. Μέχρι να αποκαλυφθεί και το υπόλοιπο κορμί της ή μάλλον τα οστά της να πω καλύτερα και ένα σημείωμα. -Αυτή είσαι εσύ? Την ρώτησα αλλά δεν χρειάστηκε να μου απαντήσει, την ήξερα την απάντηση. Σκύβει πάλι από πάνω μου αλλά αυτή την φορά δεν βγάζει κάποια κραυγή, κάθε άλλο, φέρνει τα χείλη της πάνω στα δικά μου και με φιλάει. -Θεέ μου, με φιλάει μια πεθαμένη, τι αηδία? Τότε βλέπω μια δέσμη φωτός να προβάλει από τον ουρανό και για άλλη μια φορά και μάλλον η τελευταία της λέω. -Αυτό είναι για σένα. Είναι η πύλη για τον παράδεισο, μην το χάσεις. Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και φεύγει. Την βλέπω να χάνεται μέσα στην δέσμη και όσο χανόταν έσβηνε και αυτή,. -Τελικά υπάρχει παράδεισος, σκέφτηκα. Κοίταξα την σημείωση αλλά δεν μπόρεσα να διακρίνω και πολλά. Ο χρόνος το είχε ξεθωριάσει. Αλλά κατάφερα τελικά να ξεχωρίσω τρία επίθετα. Παπαγιαννακόπουλος, Κουτσοφτάρης και Λαχανακόπουλος που συνοδευόταν με ένα παράξενο σύμβολο. Η με μια υπογραφή που ο χρόνος το είχε αλλοιώσει. Αμέσως κατάλαβα ότι οι φίλοι μου είχαν τα ίδια επίθετα. Αμέσως κατάλαβα ότι το κορίτσι πήρε την εκδίκηση που ζητούσε σκοτώνοντας τους απογόνους των δολοφόνων της. Το έργο μου είχε τελειώσει εδώ. Έφυγα από το φάρο, αλλά όχι δεν πήγα στο σπίτι μου. Αν και είχα ανάγκη από ένα ζεστό μπάνιο έτσι στα αίματα που ήμουν. Πήγα αμέσως στην αστυνομία. Ένας αστυνομικός με ρώτησε τη συμβαίνει και η μόνη λέξη που βγήκε από τα χείλη μου ήταν <<φάρος>>. Από τότε δεν ξαναέβγαλα άλλη λέξη, έτσι και αλλιώς δεν θα με πίστευαν. Με πήγαν στα κρατητήρια μέχρι να γίνει η δίκη αφού οι κατηγορίες θα έπεφταν πάνω μου. Έτσι και αλλιώς μόνο εγώ βγήκα ζωντανός από το φάρο και ήμουν στα αίματα. Οι δικοί μου άνθρωποι όταν ερχόντουσαν στα επισκεπτήρια με παρακαλούσαν να μιλήσω, να πω τι έγινε αλλά ούτε ακόμα και σε αυτούς το μόνο πού μπορούσε να βγει από μέσα μου ήταν δάκρυα. Η δίκη έγινε και μαντέψτε τη έγραφε η επικεφαλίδα στην Ευβοϊκή Γνώμη... 15ΧΡΟΝΟΣ ΕΧΑΣΕ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΣΚΟΤΩΣΕ ΜΕ ΒΙΑΙΟ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ ΣΤΟ ΦΑΡΟ ΤΗΣ ΚΑΚΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ... Άσχημο τέλος επεφύλαξε η μοίρα για τρεις έφηβους φίλους. Τα μυαλά του έχασε ο 15χρονος Καλημέρης Παπαχρήστος με αποτέλεσμα να σκοτώσει δύο φίλους του στο φάρο της Κακής Κεφαλής. Νεκροί είναι ο Γιάννης Λαχανακόπουλος και ο Δημήτρης Κουτσοφτάρης, και δύο 15 χρόνων κάτοικοι Χαλκίδας. Λίγο πιο κάτω από το σημείο όπου βρέθηκαν τα πτώματα των άτυχων αγοριών, βρέθηκε το πτώμα ενός μικρού κοριτσιού ηλικίας 9-13 χρόνων σύμφωνα με τις δηλώσεις της αστυνομίας. Αυτή η υπόθεση πάντως αφήνει πολλά αναπάντητα ερωτήματα... Για τον 15χρονο Καλημέρη Παπαχρήστο η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν ψυχικές διαταραχές... ============================================= ΣΥΓΓΡΑΦΗ: Καλημέρης Παπαχρήστος (ssppaccee@hotmail.com) Προς όλους τους αναγνώστες θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι η ιστορία σαν φήμη είναι αληθινή στα εξής: Ο φαροφύλακας με το γυάλινο μάτι, το κοριτσάκι που βίασαν και η περιγραφή του φάρου. Το πτώμα από το κοριτσάκι το βρήκαμε εμείς όταν ήμασταν 14 χρόνων...http://ift.tt/Tt3bAB



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Το πνεύμα του πληγωμένου

Μια φορά κ έναν καιρό, υπήρξε ένα αγόρι.Παρόλο που δεν ήταν κ πολύ εμφανίσιμο ήταν ένα δυνατό κ έξυπνο παιδί. Ζούσε σε ένα νησί μαζί με την μητέρα του, τον πατέρα του κ τον αδερφό του. Το παιδί είχε φιλικές επαφές με σχεδόν όλα τα παιδιά από την γύρω περιοχή αλλά κ με τα παιδιά των τουριστών που επισκέπτονταν το νησί κ γενικώς ζούσε ονειρεμένα. Όμως ο καιρός περνούσε κ όλα τα παιδιά στο νησί είχαν κάνει σχέσεις με κορίτσια. Στην αρχή το παιδί δεν νοιαζόταν κ τόσο πολύ για να βρει κοπέλα αλλά στην συνέχεια άρχισε να ζηλεύει τους φίλους του κ κυρίως τον κολλητό του ο οποίος τα είχε με μια πολύ όμορφη κοπέλα η οποία ήταν παρεμπιπτόντως κ πολύ καλή. Έτσι λοιπόν το αγόρι, άρχισε να βγαίνει με οποία ελεύθερη κοπέλα ήξερε. Δυστυχώς όμως όλες οι κοπέλες τον απέφευγαν κ τον απέρριπταν. Οι περισσότερες του είχαν συμπεριφερθεί πολύ άσχημα κ χυδαία. Το αγόρι όμως δεν πτοήθηκε γιατί είχε στο πλευρό του, τους φίλους του... ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ένας προς ένα τον παρατούσαν συνέχεια, δίνοντας περισσότερη προσοχή στις σχέσεις τους. Όλοι εκτός από τον καλύτερο του φίλο, ο οποίος είχε ισορροπήσει την κοπέλα του κ τον φίλο του καταπληκτικά, αφού είχαν γίνει μια παρέα οι τρεις τους. Όμως οι διακοπές τους τελείωσαν κ ο φίλος του έπρεπε να φύγει μαζί με την κοπέλα του. Το παιδί είχε μείνει κ πάλι μόνο του. Οι ντόπιοι φίλοι του, τον είχαν ξεχάσει. Ένα βράδυ λοιπόν χωρίς φεγγάρι, καθώς ήταν μέσα στο άδειο, σκοτεινό δωμάτιο του, τρελάθηκε! Άρπαξε ένα τσεκούρι από την αποθήκη του σπιτιού του κ άρχισε να κυνηγάει μέσα στο σκοτάδι όσους τον είχαν πληγώσει. Μέσα στο βράδυ σκότωνε οποίο κορίτσι κ αγόρι έβλεπε στον δρόμο του, μερικές φορές πετάγονταν από τους θάμνους κ τους έκοβε το κεφάλι στα δύο, μερικές φορές ερχόταν κρυφά από πίσω τους κ τους έκοβε την μέση κ τους άφηνε να αιμορραγούν κ άλλες φορές τους έβρισκε, τους έσερνε από τα μαλλιά κ τους κάρφωνε στα δέντρα. Ύστερα από λίγο καιρό οι κάτοικοι του νησιού τον πήραν στο κυνήγι νομίζοντας ότι είναι Σατανιστής ή ότι είχε μπει ο σατανάς μέσα του.Αφού τον συλλαβανε αποφάσισαν να τον πετάξουν στην θάλασσα να πνίγει. Ο δολοφόνος λένε ότι πέθανε εκείνη την ημέρα, άλλοι λένε ότι το πνεύμα του ακόμα κυκλοφορεί όπου βρίσκονται ερωτευμένοι, στοιχειώνοντας τους με το κλάμα του κ άλλοι λένε ότι σκοτώνει όποιον έχει πληγώσει τους φίλους του.Από τον φίλο Nick



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Η πορσελάνινη κούκλα

Το νεοκλασικό μου σπίτι, ένα σπίτι που ποια οι γονείς μου μαζί με τον θείο μου έχουν πουλήσει, ένα σπίτι με ξύλινα πατώματα, ένα σπίτι που έμελε να γίνει μία ακόμα ιστορία από τις ιστορίες τρόμου. Τέλος του 1890 το σπίτι αυτό ήταν ένα σχολείο για τα παιδία της εποχής. Για αρκετά χρόνια αποτελούσε ένα κέντρο πολιτισμού και εκπαίδευσης για τα παιδία αυτά. Ίσως να πήγαινε και η γιαγιά μου εκεί, δεν θέλω να πω κάτι λάθος λόγω του ότι η γιαγιά μου δεν είναι πια στην ζωή, όποτε θα αφήσω ένα πέπλο μυστηρίου σε αυτό το στοιχείο. Μετά από αρκετά χρόνια το σχολείο σταμάτησε να λειτουργεί, πιθανότατα λόγο της εξάπλωσης της κωμόπολης ο χώρος δεν ήταν επαρκής για κάτι τέτοιο, έτσι το εν λόγο χτίσμα μετά από έναν άλλον αγοραστή πέρασε στα χέρια του παππού μου. Το σπίτι ήταν μεγάλη ευκαιρία πολύ μεγάλο και σε καλή τιμή. Ο παππούς μου δεν έχασε την ευκαιρία να το αγοράσει. Έτσι παντρεύτηκε την γιαγιά μου και έκαναν δύο αγόρια τον πατέρα μου και τον θείο μου. Οι ζωές του κυλούσαν ομαλά και έτσι να παιδία μεγάλωσαν και έκαναν και αυτοί παιδία. Ένα από τα παιδία είμαι και εγώ, και αυτή είναι η ιστορία μου. Όταν άρχισα να έχω τις πρώτες μου αναμνήσεις από το σπίτι της γιαγιάς μου και του παππού μου πάντα θυμάμαι να με διακατέχει μια παγωμάρα, θα μπορούσε να ήταν ο φόβος ενός παιδιού όμως πολλές φορές οι αλήθειες εμφανίζονται μόνο σε αυτούς που τις πιστεύουν. Ένα βράδυ κοιμώμενος μαζί με τους γονείς μου σηκώθηκα γιατί δεν ήμουν πολύ καλά, θυμάμαι άνοιξα την πόρτα αυτού του δωματίου, ήταν σχεδόν σκοτεινά και είδα την κούκλα να γύρνα και να με κοιτά. Με κοίταξε το θυμάμαι... ορκίζομαι πως δεν έκανα λάθος... πιστεύω πως ήθελε να μάθω ότι ζει. Αμέσως έσπευσα στο κρεβάτι και πήρα αγκαλιά την μητέρα μου. Το πρωί είπα την ιστορία στον πατέρα μου. Όλοι γέλασαν. Μου είπαν πως μου φάνηκε και πως είναι από πλαστικό και δεν έχει ψυχή. Θυμάμαι που μου την σήκωσε η γιαγιά ψηλά λέγοντας πως είναι απλά μία κούκλα και τίποτα παραπάνω. Μετά από εκείνη την βραδιά αλλάξαμε δωμάτιο, δεν ξέρω αν ο φόβος με είχε κυριεύσει αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Άκουγα βήματα. Οι γονείς μου, μου είπαν πως είναι παλιό το σπίτι και πως ο αέρας έκανε θόρυβο, όμως εγώ ήμουν σίγουρος πως κάτι παράξενο συνέβαινε στο σπίτι. Το πάτωμα έτριζε κάθε βράδυ σαν κάτι να περπατά. Ένοιωθα το στρώμα μου βαρύ και ο φόβος με διακατείχε. Με τα χρόνια εξαιτίας του θανάτου του παππού μου και της μεγάλης ηλικίας της γιαγιάς μου το σπίτι πουλήθηκε. Για πολλά χρόνια είχα ξεχάσει το τι είδα, το τι ένοιωσα. Ίσως αμφισβήτησα τον εαυτό μου, ώσπου μία μέρα σε μία αναπόληση της ζωής μας όταν ήμασταν μικροί οι μεσαία μου ξαδέλφη (μεγαλύτερη από εμένα) μου είπε για αυτήν την κούκλα. Τα λόγια της ήταν ακριβώς αυτά που φοβόμουν να ακούσω: <<Δεν ξέρω γιατί αλλά αυτή η κούκλα πάντα με τρόμαζε, όχι μόνο η κούκλα αλλά και το δωμάτιο, ήταν κρύο, ήταν ξένο, αισθανόμουν πως η κούκλα κάποιες φορές με κοιτούσε, μία μέρα όταν οι γονείς μου με άφησαν με την γιαγιά, την είδα να μου χαμογελά>>. Την επόμενη μέρα άρχιζα να κατακλύζω τον πατέρα μου με ρωτήσεις για την κούκλα. Ο ίδιος την θυμόταν από μικρός εκεί. Πότε δεν ρώτησα ποιος την έφερε και γιατί μου είπε. Ποτέ δεν έγινε κάποια αναφορά σε αυτήν. Βουτηγμένος στην περιέργεια έψαξα όλες τις οικογενειακές μας φωτογραφίες, όμως εις μάτην καμία δεν περιείχε αυτήν κούκλα. Πως καμία φωτογραφία δε υπήρχε με αυτήν? Πως και γιατί αναπάντητα. Αυτή η κούκλα έκρυβε πολλά μυστικά, ήμουν πια σίγουρος. Μετά από πίεση ζήτησα από τον πατέρα μου να επισκεφτούμε τον άνθρωπο που είχε νοικιάσει το σπίτι. Το σπίτι είχε αλλάξει ριζικά και τίποτα δεν θύμιζε το παλιό μας σπίτι. Το δωμάτιο με την κούκλα ήταν άδειο, ο ίδιος είπε πως δεν του άρεσε πολύ ο χώρος για υπνοδωμάτιο. Εγώ τον ρώτησα αν είχε δει την κούκλα. Ο ίδιος δεν θυμόταν. Μου είπε με βλέμμα αβέβαιο πως μάλλον την είχε κατεβάσει στην αποθήκη και πως δεν ταίριαζε στην αισθητική του χώρου. Χαμογελάσαμε και φύγαμε ασφαλώς αμήχανοι. Το βλέμμα του πατέρα μου ήταν επικριτικό με έντονη αμφισβήτηση όμως εγώ ήμουν σίγουρος κάτι υπήρχε. Δεν ξέρω και δεν μπορώ να πω κάτι στα σίγουρα, αλλά έχω μία θεωρία πάνω σε αυτή την υπόθεση. Πιθανών η κούκλα να ήταν ένα παιχνίδι, ίσως ένα κοριτσίστικο παιχνίδι της εποχής. Ίσως για αυτό να μην ξέρουμε από πού ήρθε. Πολύ απλά υπήρχε πάντα στο σπίτι. Όπως ξέρουμε την εποχή εκείνη η διάρκεια ζωής ήταν μικρή, παιδία πέθαιναν σε μικρή ηλικία από ασθένειες που σήμερα γιατρεύονται από ένα αντιβιοτικό. Η ζωή στην επαρχία ήταν πολύ δύσκολη. Ίσως να ήταν μια μικρή κοπέλα που αγαπούσε απλά την κούκλα της και έμεινε για πάντα μέσα σε αυτή. Ίσως στοιχειώνουμε σε αυτά που αγαπάμε και δεν προλάβαμε να χαρούμε. Τώρα που μεγάλωσα δεν πιστεύω πια στα φαντάσματα, ίσως δεν ήθελε να μας κάνει κακό τελικά, ποτέ κανείς μας δεν έπαθε κάτι. Ίσως να ήταν ένα ακόμα κορίτσι σε αυτό το σπίτι που ήθελα να παίξει με τα παιχνίδια της. Ίσως να ήθελε απλά να παίξει με εμάς και να κάνει νέους φίλους. Το σίγουρο είναι μόνο ένα... ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΠΛΑ ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ. Ευχαριστούμε πολύ τον φίλο της σελίδας, Βασίλη Βασιλείου, για την ιστορία του!.http://ift.tt/Tt3bAB



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Καθαρά Δευτέρα

Θα σας διηγηθώ τι μου συνέβη πέρυσι την καθαρά Δευτέρα. Πέρυσι λοιπόν την Καθαρά Δευτέρα αποφασίσαμε όλοι μαζί παρέα να πετάξουμε έναν χαρταετό, όπως λέει η παράδοσή μας, και είχε καλή μέρα. Έτσι όπως πετάγαμε τον χαρταετό σε ένα οικόπεδο έξω από το σπίτι μου, ξαφνικά ενώ φύσαγε μια χαρά, κόπασε ο άνεμος και έπεσε ο χαρταετός στην ταράτσα του διπλανού εγκαταλειμμένου σπιτιού για το όποιο υπήρχαν διαφορές φήμες. Κοιτώντας λοιπόν προς την ταράτσα ψάχνοντας έναν τρόπο να ανέβουμε να πιάσουμε τον χαρταετό, βρήκαμε από δίπλα κάποιες σκάλες που οδηγούσαν στην ταράτσα. Όταν λοιπόν ανεβήκαμε για να τον πάρουμε φύσηξε άνεμος και οδήγησε τον χαρταετό στο υπόγειο του σπιτιού. Κατεβήκαμε τις σκάλες του υπόγειου μαζί με 3 κεράκια μιας και ήταν σκοτεινά. Καθώς προχωρούσαμε ακούσαμε μια παιδική φωνή να μας λέει: «Έλατε να παίξουμε μαζί. Γιατί δεν παίζετε μαζί μου?». Εμείς τρομάξαμε και φύγαμε. Τώρα το τι απέγινε ο χαρταετός μένει μυστήριο! Και ξέχασα να σας πω για το τι συνέβη στο κοριτσάκι. Μια Καθαρά Δευτέρα καθώς πετούσε χαρταετό, έπεσε και αυτής πάνω στην ταράτσα. Όπως ανέβαινε τις σκάλες στραμπούλιξε το πόδι της, έπεσε και σκοτώθηκε. Το πτώμα της βρέθηκε 2 μήνες μετά σε πλήρη αποσύνθεση



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

H Έξοδος

Ανοίγοντας τα μάτια του ο Τζος το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν το απόλυτο σκοτάδι. Προσπαθώντας να σηκώσει το κεφάλι του, ένιωσε μια παράξενη μυρωδιά να του καίει την μύτη. Του θύμιζε έντονα θειάφι, αλλά όσο και αν προσπαθούσε να προσδιορίσει την πηγή της, δεν μπορούσε να δει τίποτα. Βρισκόταν ξαπλωμένος σε ένα σιδερένιο πάτωμα εντελώς γυμνός, δίχως όμως να αισθάνεται ούτε κρύο ούτε ζέστη. Νιώθοντας μια ζαλάδα ανοιγόκλεινε τα μάτια του προσπαθώντας να εξοικειωθεί με το σκοτάδι. Δεν ήξερε πού βρισκόταν, ούτε αν ήταν μόνος του. -ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΔΩ? φώναξε με δύναμη. Αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Σηκώθηκε σιγά-σιγά αρχίζοντας να ψηλαφίζει γύρω του τον χώρο. Με τα χέρια απλωμένα στο σκοτάδι, προσπαθούσε να καταλάβει πού βρισκόταν. Περπατώντας προσεκτικά γύρω-γύρω απέκτησε την αίσθηση ότι βρισκόταν σε ένα τετράγωνο δωμάτιο. Μέσα σ' αυτό δεν υπήρχε απολύτως τίποτα! Περιφερόταν σε ένα απόλυτα άδειο δωμάτιο! -ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ? φώναξε ξανά. Άλλα το μόνο που ακούστηκε ήταν ο αντίλαλος της φωνής του. Ψάχνοντας για κάποια διέξοδο, εντόπισε με την παλάμη του μια εσοχή κατά μήκος του τοίχου. Ακολουθώντας την με τα δάχτυλά του, διέγραψε μια καμπύλη, οδηγώντας το χέρι του μέχρι κάτω στο πάτωμα. Ανεβαίνοντας ξανά προς τα επάνω, αγγίζοντας και με τα δυο του χέρια τον τοίχο, υπολόγισε περίπου το κέντρο της εσοχής. Κινώντας τα γρήγορα δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω, έπιασε κάτι που έμοιαζε με χερούλι πόρτας. Πιάνοντάς το σφιχτά το έσπρωξε με δύναμη πάνω κάτω προσπαθώντας να την ανοίξει. Μα ήταν κλειδωμένη. Αυτό που του τράβηξε την προσοχή, ήταν ότι ενώ το κουνούσε βίαια πάνω κάτω και ενώ τα πάντα γύρω του έμοιαζαν να είναι σιδερένια, δεν ακουγόταν καθόλου θόρυβος. Είχε αίσθηση του τι άγγιζε, αλλά δεν έβγαινε ήχος από αυτά. Για να το εξακριβώσει κλότσησε με δύναμη την πόρτα μπροστά του, αλλά δεν ακούστηκε τίποτα. Χτύπησε με τις γροθιές του τον τοίχο, αλλά και πάλι δεν ακούστηκε τίποτα. Η φωνή του όμως, ακούγονταν καθαρά και με αντίλαλο. Προβληματισμένος γύρισε πάλι πίσω, εκεί που είχε ανακτήσει τις αισθήσεις του, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις του σε μια τάξη. Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν ότι πήγαινε με το αυτοκίνητό του να συναντήσει έναν άντρα που παρακολουθούσε πολύ καιρό πριν. Είχε πληρωθεί για να τον βγάλει από την μέση, από κάποιον που δεν συμπαθούσε αυτόν τον άνθρωπο ιδιαίτερα. Αυτή ήταν η δουλειά του. Το μόνο που ήξερε να κάνει καλά. Ένας επαγγελματίας πληρωμένος δολοφόνος. Ήξερε ότι δεν ήταν η ομορφότερη δουλειά τού κόσμου, αλλά τα κέρδη της ήταν τόσο πολλά που, ύστερα από μερικές δουλειές ακόμα, θα μπορούσε να αποσυρθεί εκατομμυριούχος, ζώντας μια άνετη και ξέγνοιαστη ζωή. Και ύστερα από εφτά χρόνια ακαταλόγιστων πράξεων, ο θάνατος αυτού του ανθρώπου, ήταν μία από τις τελευταίες του δουλειές. Ψυχρός στη μεγαλύτερη διάρκεια της επαγγελματικής του ζωής, δεν δίστασε ούτε μια στιγμή να φέρει εις πέρας όποια αποστολή τού ανέθεταν. Ακόμα και αν αυτές αφορούσαν ανθρώπους που ποτέ δεν είχαν βλάψει κάποιον. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έπρεπε να απαλλάξει τον πλούσιο πελάτη του από την παρουσία της γυναίκας του, για να μπορεί εκείνος να ζήσει με την νέα του αγάπη. Ούτε το να σκοτώσει μικρά αθώα παιδιά, για να μην έχουν μερίδιο σε κάποια τεράστια κληρονομιά. Αλλά και το αντίθετο. Γυναίκες που εξαφάνιζαν τους συζύγους τους για να κληρονομήσουν αυτές όλη του την περιουσία. Μία τέτοια ήταν και η τελευταία του αποστολή. Να βγάλει από την μέση έναν πολύ πλούσιο και ισχυρό άντρα, ώστε η άπληστη γυναίκα του να κληρονομήσει την περιουσία του και την δύναμή του. Δεν ήταν όμως πάντα έτσι, ψυχρός και συναισθηματικά νεκρός. Κάποτε υπήρξε κι αυτός παντρεμένος και οικογενειάρχης. Με την γυναίκα του, την οποία αγαπούσε πάρα πολύ, είχαν αποκτήσει και ένα παιδί, τον Ντίλαν. Κρατώντας μυστική την ζωή που έκανε από την οικογένειά του, ο Τζος πάνω στο ξεκίνημα της καριέρας του έκανε ένα μοιραίο λάθος. Άφησε απροστάτευτη και εκτεθειμένη την οικογένειά του. Ένα βράδυ που βρίσκονταν και οι τρεις στο σπίτι, ο Τζος είδε κάποιες σκιές να κινούνται περίεργα πίσω από τα παράθυρα. Μα πριν προλάβει να πάρει το όπλο του από εκεί που το είχε κρυμμένο, άκουσε τα παράθυρα να σπάνε εισβάλοντας με τα όπλα στα χέρια έξι κουκουλοφόροι. Ακινητοποιώντας την σύζυγό του και το παιδί του, που έντρομοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε, δύο από αυτούς χτύπησαν τον Τζος στο κεφάλι αφήνοντάς τον αναίσθητο. Όταν συνήλθε, μέσα στην θολούρα του, είδε την οικογένειά του δεμένη και φιμωμένη. Προσπαθώντας να σηκωθεί δέχθηκε μια δυνατή κλοτσιά στα πλευρά που τον καθήλωσε ξανά κάτω. -Τζος... Τζος... Με απογοήτευσες, άκουσε να του λέει μια βαριά αντρική φωνή. -Σε περίμενα για ποιο έξυπνο... Όταν κάνεις αυτή την δουλειά, η οικογένεια είναι κάτι απαγορευμένο! Και ξέρεις γιατί? ρώτησε. Μα πριν προλάβει να απαντήσει ο Τζος, είδε έντρομος τον άντρα που του μιλούσε να πυροβολεί εν ψυχρό την γυναίκα του και το παιδί του στο κεφάλι. -Για αυτό... άκουσε να απαντά ειρωνικά στην δική του ερώτηση χαμογελώντας ο άντρας. Νιώθοντας τα αίματα τους να του πιτσιλούν το πρόσωπο, ένιωσε την καρδιά του να σκίζεται στα δύο. Ουρλιάζοντας αγκάλιασε την νεκρή οικογένεια του, κοιτώντας τον με μίσος. -Μμμμ λατρεύω αυτό το βλέμμα Τζος! Κοίτα να μην το χάσεις ποτέ, γιατί μόνο αυτό θα σε κρατήσει ζωντανό, του είπε με ψυχρότητα στην φωνή ο άντρας. -Α... και κάτι άλλο... Αν ξαναχώσεις την μύτη σου σε ξένες δουλειές, σου υπόσχομαι ότι την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε θα υποφέρεις πολύ περισσότερο απ' ό,τι τώρα... Ελπίζω να έγινα κατανοητός και να παραδειγματιστούν και όλοι οι... συνάδελφοί σου από αυτό που έγινε σήμερα, για να μην τρυπώνουν εκεί που δεν χωράνε! Και κάνοντας νόημα με το κεφάλι στους υπόλοιπους άντρες της ομάδας του, αποχώρησαν από το σπίτι αφήνοντας τον Τζος μόνο του, αγκαλιά με τα ζεστά ακόμα άψυχα κορμιά της γυναίκας του και του παιδιού του. Ληστεία μετά φόνου και ξεκλήρισμα οικογένειας έγραψαν την άλλη ημέρα οι εφημερίδες! Όσο και αν προσπάθησε ο Τζος να μάθει για την οργανωμένη δολοφονία στο σπίτι του, ποτέ δεν κατάφερε να συλλέξει το κάποιο στοιχείο. Έτσι δίχως καρδιά πλέον, συνέχισε το έργο του, χωρίς να έχει το παραμικρό συναίσθημα. Είχε γίνει και αυτός πια ένα κτήνος, σαν αυτούς που τον είχαν επισκεφτεί τότε. Καλύπτοντας καλύτερα πλέον τα νότα του και αλλάζοντας συνέχεια σπίτια, κατάφερε να γίνει αόρατος στα μάτια των ανταγωνιστών του. Ο Τζος αφού δεν είχε πλέον τίποτα να χάσει, απέκτησε την καλύτερη φήμη στην πιάτσα, όχι μόνο για την ψυχρή αποτελεσματικότητά του, αλλά και για το ταλέντο που είχε να εμφανίζει πάντα τις δολοφονίες του, είτε ως αυτοκτονίες, είτε ως ατυχήματα. Ποτέ ως τώρα στην καριέρα του, δεν είχε φανερωθεί ο αληθινός τρόπος που πέθαινε το κάθε θύμα του. Και αυτό ήταν κάτι που οι πλούσιοι πελάτες του το εκτιμούσαν ιδιαίτερα πληρώνοντας αδρά. Καθισμένος μέσα στο σκοτάδι, κάτι που είχε συνηθίσει εξ άλλου αφού έτσι παραμόνευε τα θύματά του, σκεφτόταν ποιος μπορεί να του είχε στήσει όλο αυτό το "παιχνίδι". Αν και ήταν πολύ υπομονετικός και ποτέ δεν έχανε την ψυχραιμία του, τώρα είχε αρχίσει να θυμώνει. -ΑΝ ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΤΟ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΑΣΤΕΙΟ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΕΔΩ! φώναξε με δύναμη στον αέρα. -ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΘΑ ΣΕ ΚΑΘΑΡΙΣΩ ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΟΥ ΤΑ ΧΕΡΙΑ! ΜΕ ΑΚΟΥΣ? ούρλιαζε, μα το μόνο που εισέπραττε, ήταν ο αντίλαλος της φωνής του. Χάνοντας κάθε αίσθηση του χρόνου, νιώθοντάς τον σαν να μην κυλά καθόλου, καθόταν ακίνητος στο σκοτάδι και οργισμένος. Αν και πίστευε ότι είχαν περάσει μέρες που τον κρατούσαν εκεί φυλακισμένο, ωστόσο δεν είχε περάσει παρά μόνο ένα λεπτό από την ώρα που είχε ξυπνήσει. Και μέσα σε αυτό το λεπτό το μόνο που σκεπτόταν ήταν τι θα έκανε σε αυτόν που τον είχε φέρει σε αυτή την κατάσταση, αν έφευγε βέβαια ποτέ από εκεί μέσα. Όταν βαρέθηκε να φωνάζει και να βρίζει, σκέφτηκε να χειριστή αλλιώς την κατάσταση. Να δωροδοκήσει τους απαγωγείς του, τάζοντάς τους ακόμα και όλη του την περιουσία. Μα και πάλι δεν λάμβανε καμιά απάντηση. -Τι θέλετε επιτέλους... Μουρμούρισε νιώθοντας την κούραση να καταβάλει το κορμί του. Δεν θυμόταν καν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε φάει ή είχε πιει κάτι, μα παρ' όλα αυτά δεν πεινούσε, ούτε διψούσε. Μόνο κούραση ένιωθε και εξάντληση, ακόμα και όταν δεν κινιόταν καθόλου. Όταν πια δεν είχε τι άλλο να κάνει, ο μόνος τρόπος για να μην τρελαθεί, ήταν να απασχολεί συνέχεια το μυαλό του με σκέψεις. Περνούσε ο χρόνος ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε, συλλογιζόμενος μέσα στην φυλακή, όπως έβλεπε πια αυτόν τον χώρο, κυριολεκτικά όλη του την ζωή. Μέχρι που έφτασε και στις τελευταίες του επιλογές, την δουλειά που διάλεξε να κάνει, σκοτώνοντας τόσους αθώους ανθρώπους απλά και μόνο για να ικανοποιήσει άπληστα συμφέροντα. Τότε άρχισε να καταλαβαίνει τι είχαν περάσει αυτοί οι άνθρωποι, όταν βρισκόντουσαν και εκείνοι στην δική του απάνθρωπη φυλακή, μέχρι να βρει τον κατάλληλο τρόπο να τους εξαφανίσει δίχως να αφήσει ίχνη δολοφονίας πίσω του. Μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο άρχισε να συλλογίζεται, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του, την βαρύτητα των πράξεών του. Βλέποντας εφιάλτες κάθε φορά που προσπαθούσε να κοιμηθεί, ξυπνούσε έντρομος έχοντας ακόμα στα αυτιά του τα απεγνωσμένα ουρλιαχτά των θυμάτων του. Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό του, ήταν ότι τελικά έκανε λάθος που διάλεξε αυτό το μονοπάτι. Το να σκοτώνει αθώους ανθρώπους για να φτιάξει την δικιά του ζωή, αλλά και για να καλυτερέψει των άλλων, δεν ήταν μια ηθικά σωστή ανθρώπινη επιλογή. Έχοντας για πρώτη φορά στην ζωή του τόσο άπλετο χρόνο στην διάθεση του, μπορούσε πλέον να το αντιληφτεί αυτό. Και τότε άκουσε ξαφνικά τον πρώτο του ήχο. Ένα σιδερένιο απόκοσμο "κλικ", έφερε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του, την πρώτη χλωμή ακτίνα φωτός. Η πόρτα που είχε ανακαλύψει, μόλις είχε ανοίξει από μόνη της. Γεμάτος ελπίδα ότι το μαρτύριό του είχε λάβει τέλος, έχοντας όμως και μια μικρή επιφύλαξη στην άκρη του μυαλού του, σηκώθηκε αργά από την θέση του πλησιάζοντας την πόρτα. Ανοίγοντάς την αργά, άφησε το θαμπό φως να εισχωρήσει ελάχιστα στο δωμάτιο. Κοιτώντας από περιέργεια που βρισκόταν, διαπίστωσε ότι πράγματι περιβάλλονταν από σιδερένιους τοίχους, οι οποίοι δεν ενώνονταν με κανένα εμφανές σημάδι μεταξύ τους. Ήταν λες και βρισκόταν σε ένα τεράστιο και μονοκόμματο σιδερένιο κουτί. Κοιτώντας πάλι μπροστά του, πέρασε την πόρτα βρισκόμενος πάντα σε ετοιμότητα, σε περίπτωση που του είχαν στήσει κάποια παγίδα. Με το που πέρασε στο επόμενο δωμάτιο, η πόρτα έκλεισε ερμητικά ξανά πίσω του. Στον νέο χώρο που βρισκόταν, με την βοήθεια του λιγοστού φωτός που είχε στην διάθεσή του, είδε στο κέντρο του δωματίου ένα μικρό ξύλινο τραπέζι. Πάνω σε αυτό υπήρχαν κάποια αντικείμενα. Πίσω του και πάνω ψιλά στον τοίχο, ήταν σμιλεμένη η φράση "Καθαρτήριο". Λίγα μέτρα μετά από αυτό υπήρχε μια στρογγυλή σφραγισμένη καταπακτή, ακριβώς στην ίδια ευθεία με το πάτωμα. Τρέχοντας προς την καταπακτή, προσπάθησε να την ανοίξει, αλλά όπως το φανταζόταν ήταν και αυτή κλειδωμένη. Γυρνώντας πίσω, κοίταξε τα πράγματα που ήταν πάνω στο τραπέζι. Υπήρχε ένα σκουριασμένο παλιό πριόνι, ένα σφυρί και ένα κοπίδι. Δίχως να πειράξει τίποτα, κοίταξε γύρω του για άλλη μια φορά, ανοίγοντας το στόμα του για να ξεσπάσει τα νεύρα του με μια δυνατή κραυγή. Αλλά πριν προλάβει να φωνάξει άκουσε ξαφνικά από το βάθος μια αγχωμένη γυναικεία φωνή να φωνάζει. -ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΔΩ? ΜΕ ΑΚΟΥΤΕ? -ΝΑΙ! ΣΕ ΑΚΟΥΩ! φώναξε ο Τζος προσπαθώντας να καταλάβει από που προερχόταν αυτή η φωνή. -Ω ΘΕΕ ΜΟΥ! ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! άκουσε ξανά την φωνή της που ακούγονταν αυτή την φορά ελαφρώς πιο ανακουφισμένη. -ΉΡΘΕΣ ΝΑ ΜΕ ΣΩΣΕΙΣ? τον ρώτησε η γυναίκα γεμάτη αγωνία. -ΟΧΙ. ΠΡΟΦΑΝΟΣ ΕΙΜΑΙ ΚΑΙ ΕΓΩ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΘΕΣΗ ΜΕ ΕΣΕΝΑ, απάντησε ο Τζος καταλαβαίνοντας ότι και η γυναίκα βρισκόταν στην ίδια μοίρα με αυτόν. Ωστόσο ακόμα δεν είχε καταλάβει από που προερχόταν η φωνή της, αφού ακουγόταν κυριολεκτικά από παντού. Απογοητευμένος κοίταξε ξανά τα εργαλεία πάνω στο τραπέζι, αναρωτώμενος για πιο λόγο βρίσκονταν εκεί. Σίγουρα θα υπήρχε κάποιος λόγος. -ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ? άκουσε να τον ρωτάει η γυναίκα δείχνοντας και εκείνη την απογοήτευσή της. -ΔΕΝ ΞΕΡΩ, της απάντησε προβληματισμένος ο Τζος. -ΕΣΥ ΠΩΣ ΒΡΕΘΗΚΕΣ ΕΔΩ? την ρώτησε μήπως και άρχιζε να βγάζει κάποια άκρη. Μα δεν πήρε καμιά απάντηση. -Ε, ΜΕ ΑΚΟΥΣ? φώναξε ο Τζος. -Ναι... του απάντησε με ήρεμη φωνή, δείχνοντας από τον τόνο τής φωνής της, ότι δεν είχε σκοπό να απαντήσει στην ερώτησή του. -ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΠΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ? την ρώτησε προσπαθώντας να αποσπάσει οποιαδήποτε πληροφορία. -Πάρα πολύ... Δεν ξέρω αν είναι μήνες ή χρόνια... του απάντησε ήρεμα, δείχνοντας απόλυτα εξοικειωμένη με την κατάσταση που βρισκόταν. Ο Τζος σκεφτικός άρχισε να συνειδητοποιεί ότι ίσως θα έμενε πολύ παραπάνω απ' ό,τι φανταζόταν. -Πριν από εμένα υπήρξε ποτέ κάποιος άλλος εδώ? την ρώτησε προσπαθώντας να καταλάβει αν βρισκόντουσαν σε κάποιο είδος φυλακής. -Έχεις μιλήσει ξανά με κανέναν? συμπλήρωσε. -Ναι πριν από πολύ καιρό... Υπήρχε και ένα παιδί εδώ, αλλά δεν έμεινε πολύ. Χάθηκε σχεδόν αμέσως... του είπε με νοσταλγική φωνή. -Τι εννοείς χάθηκε? την ρώτησε γεμάτος απορία. -Χάθηκε! Έτσι ξαφνικά σταμάτησα να ακούω την φωνή του... -Δοκίμασες ποτέ να βρεις κάποια έξοδο? την ρώτησε ο Τζος πιάνοντας στα χέρια του το κοπίδι. -Ναι, αλλά όπου κι αν πήγαινα πάντα κατέληγα εγκλωβισμένη εδώ... -Όπου πήγαινες? -Ναι! Άνοιγα την μία πόρτα, μετά την άλλη, αλλά κατέληγα πάντα σε έναν λαβύρινθο που όλες του οι διαδρομές κατέληγαν εδώ που βρίσκομαι τώρα, του είπε δείχνοντας την απόγνωσή της. -Τι εννοείς άνοιγες όλες τις πόρτες? την ρώτησε ξανά, μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που άκουγε. -Δεν έχεις δει πόρτες εσύ εδώ? τον ρώτησε και εκείνη με την ίδια περιέργεια. -Ως τώρα μία, η οποία ήταν κλειδωμένη. Όταν κατάφερα να την περάσω, βρέθηκα εδώ. Όπου και πάλι υπάρχει μια κλειδωμένη καταπακτή, είπε εξάπτοντάς της την περιέργεια. -Την πρώτη πόρτα πώς την πέρασες? τον ρώτησε. -Άνοιξε μόνη της, δίχως να την αγγίξω... Και απλά την πέρασα... είπε ο Τζος αφήνοντας το κοπίδι ξανά στο τραπέζι, καθώς επεξεργαζόταν αυτή την φορά το πριόνι. -Τι να σου πω... εγώ τις βρήκα όλες ξεκλείδωτες... Μπερδεμένος όσο ποτέ άλλοτε στην ζωή του, ο Τζος έχοντας το πριόνι στα χέρια του πήγε στην καταπακτή. Προσπαθώντας με αυτό να κόψει το χερούλι της, εξεπλάγη για άλλη μια φορά που δεν άκουσε κανέναν θόρυβο. Όσο όμως και αν προσπαθούσε, όση δύναμη και αν έβαζε, το πριόνι ούτε καν χάραζε το σίδερο. Ούτε όμως και τα δόντια του πριονιού χαλούσαν. Ήταν σαν να μην ερχόντουσαν αυτά τα δύο μέταλλα ποτέ σε επαφή. Κάτι που όμως δεν συνέβαινε, αφού ο Τζος ένιωθε ότι το πριόνι ακουμπούσε επάνω στο σίδερο. Παρατώντας προς στο τραπέζι, πήρε στα χέρια του το σφυρί. Με όση δύναμη είχε, κοπάνησε με αυτό το χερούλι δίχως όμως να καταφέρει κάτι. Μόλις η φαρδιά κεφαλή του σφυριού έφτανε στο χερούλι, απλά σταμάταγε. Δίχως να ακουστεί κάτι, δίχως καν να κουνηθεί. -ΕΊΣΑΙ ΚΑΛΑ? Άκουσε την φωνή της γυναίκας να τον ρωτά. -ΝΑΙ ΚΑΛΑ ΕΙΜΑΙ, της απάντησε ελαφρώς λαχανιασμένος. -ΓΙΑΤΙ ΑΚΟΥΓΕΣΑΙ ΕΤΣΙ? τον ρώτησε με αγωνία. -ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΑΝΟΊΞΩ ΤΗΝ ΓΑΜΗΜΕΝΗ ΚΑΤΑΠΑΚΤΉ, φώναξε νευριασμένος ο Τζος. -ΜΕ ΤΙ? Εκνευρισμένος, περισσότερο ίσως από την ακατάπαυστη ομιλία της, προσπάθησε να συγκρατήσει τα νεύρα του. Αφού δεν είχε κάτι να του προσφέρει, όσον αφορούσε την έξοδό του από εκεί, δεν ήθελε να της μιλάει άλλο. -Με ένα πριόνι και ένα σφυρί, της απάντησε επίτηδες βαριεστημένα, μήπως και το καταλάβαινε βουλώνοντάς το επιτέλους για λίγο. -Που τα βρήκες? τον ρώτησε έχοντας όμως ένα απρόσμενο ενδιαφέρον στην φωνή της. -ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΜΑΙ, ΕΝΤΑΞΕΙ? της απάντησε φωνάζοντας και εκδηλώνοντας απροκάλυπτα πια τα νεύρα του. -Υπάρχει και ένα κοπίδι εκεί? άκουσε έκπληκτος να τον ρωτάει η γυναίκα, όπου κι εκείνη με την σειρά της αγνόησε τον θυμό του. -ΠΟΥ ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ? ΠΟΙΑ ΕΙΣΑΙ? την ρώτησε σαστισμένος ψάχνοντας πάλι γύρω του να δει αν υπήρχε κάποια κάμερα, ή κάτι άλλο που μπορεί να μην το είχε προσέξει. -Είμαστε και οι δυο παγιδευμένοι εδώ μέσα. Αυτό έχει σημασία, του είπε αποφεύγοντας να απάντηση στην πρώτη του ερώτηση. Όσο για το πού το ξέρω, τα είδα ζωγραφισμένα σε ένα από τα δωμάτια που τριγυρνούσα... Ξεφυσώντας από θυμό, ο Τζος δεν έβγαζε καθόλου νόημα μέσα από όλα αυτά. Αν κάτι τον εκνεύριζε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο, ήταν να μην έχει τον έλεγχο μιας κατάστασης. -ΚΑΙ ΤΙ ΥΠΟΤΙΘΕΤΑΙ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΩ ΜΕ ΑΥΤΑ? της φώναξε απογοητευμένος ακουμπώντας το κεφάλι του στον τοίχο. -ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΙΔΕΣ ΣΤΟΝ ΚΟΛΟΤΟΙΧΟ ΣΟΥ? ρώτησε φωνάζοντας εκνευρισμένος. Επικρατώντας για λίγο σιωπή, άκουσε ξανά την φωνή της γυναίκας να ηχεί μέσα στο δωμάτιο. -Δεν ξέρω αν σε βοηθάει, αλλά πάνω από αυτά είχε γραμμένη μια φράση... -ΤΙ ΦΡΑΣΗ? ΜΙΛΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! ούρλιαξε δίχως να ξέρει πάνω στην αγανάχτηση του που να κοιτάξει. -Η φράση έλεγε "Όλες οι πόρτες ανοίγουν μπροστά στον πόνο της μετάνοιας", του είπε η γυναίκα με σοβαρό ύφος, αφήνοντας και πάλι το δωμάτιο να το πλημυρίσει η απόλυτη σιωπή. Ο Τζος σκεφτόταν όλη την ώρα αυτή την φράση. Ήξερε ότι το κλειδί του προβλήματός του βρισκόταν εκεί. Απλά δεν μπορούσε να κατανοήσει το βαθύτερο νόημά της. "Ο πόνος της μετάνοιας..." Επαναλάμβανε ξανά και ξανά από μέσα του. Μέχρι που του ήρθε μια ιδέα. Από την πρώτη στιγμή που είχε δει αυτά τα εργαλεία, τα είχε αναγνωρίσει αμέσως. Ήταν τα κυριότερα από αυτά που χρησιμοποιούσε για να εξαφανίσει μερικά από τα θύματά του. Όταν δεν χρειαζόταν να σκηνοθετήσει κάποιον θάνατο, τότε εξαφάνιζε τα πτώματα τεμαχίζοντας τα, η σπάζοντας τα κόκαλα τους για να χωρέσουν σε κάποιο κουτί. Το λεπίδι όμως, το χρησιμοποιούσε στις περιπτώσεις που του είχαν αναθέσει να αποσπάσει σημαντικές πληροφορίες. Πιστεύοντας ότι είχε βρει την λύση του πάζλ, πήρε στα χέρια του το κοπίδι. Βγάζοντας την λεπίδα έξω, χάραξε με αυτό βαθειά το στήθος του. Βογκώντας από τον πόνο που ένιωθε, υπέφερε βουβά βλέποντας το αίμα του να κυλάει γρήγορα πάνω στο σώμα του. Με την πρώτη σταγόνα που έπεσε στο πάτωμα, άκουσε το ίδιο μεταλλικό "κλικ" που είχε ακούσει και πριν. -Τι ήταν αυτό? άκουσε την γυναίκα να τον ρωτά. -Άνοιξε η καταπακτή, είπε αγκομαχώντας ο Τζος. -Είσαι καλά? τον ρώτησε ξανά η γυναίκα. -Έχω υπάρξει και καλύτερα, μονολόγησε. Περπατώντας αργά, νιώθοντας το στήθος του να καίει έσκυψε και άνοιξε διάπλατα την καταπακτή. Μέσα της υπήρχε ένα στενό και σκοτεινό τούνελ. Προσπαθώντας να συρθεί μέσα για να δει που οδηγούσε, διαπίστωσε ότι τα πόδια του δεν χωρούσαν και κάπου έβρισκαν μέσα σε αυτήν. Βγαίνοντας ξανά έξω, σηκώθηκε όρθιος κουνώντας το κεφάλι του. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. -Ο πόνος της μετάνοιας ε? μουρμούρισε. Πηγαίνοντας στο τραπέζι, πήρε από εκεί το σφυρί και αφού έκατσε στο πάτωμα, πήρε μια βαθειά ανάσα. Τεντώνοντας τα πόδια του, έριξε την πρώτη σφυριά. Ουρλιάζοντας από τους πόνους, έριξε και μια δεύτερη. Σπάζοντας τα πόδια του, σύρθηκε ξανά μέσα στην τρύπα μπαίνοντας αυτή την φορά δίχως πρόβλημα. Σέρνοντας την σκισμένη κοιλιά του στο στενό τούνελ και στριμώχνοντας τα σπασμένα πόδια του μέσα σε αυτό, προχωρούσε ουρλιάζοντας από τους πόνους. Η φωνή τής γυναίκας δεν ακουγόταν καθόλου. Περνώντας ένα αβάσταχτο μαρτύριο σερνόταν για πολύ ώρα προσπαθώντας να καταλήξει κάπου. Ένιωθε ότι για κάποιο λόγο, αυτό το βασανιστήριο γινόταν εσκεμμένα. Σαν κάποιος να τον τιμωρούσε με τις ίδιες του τις πρακτικές. Και ίσως, τώρα που το σκέπτονταν, να του άξιζε κιόλας. Εξαντλημένος κυριολεκτικά από τους πόνους, είδε επιτέλους το αρκετά πιο φωτεινό τέλος τού τούνελ. Δυστυχώς γι' αυτόν όμως, σε αντίθεση με το ξεκίνημά του, το τέλος του τούνελ κατέληγε στο ύψος του ταβανιού του επόμενου δωματίου. Σκύβοντας το κεφάλι και κοιτώντας από την άκρη του τούνελ υπολόγισε ότι ήταν τουλάχιστον έξι μέτρα πιο ψιλά από το πάτωμα. Κοιτώντας γύρω του, δεν είδε τίποτα που θα μπορούσε να πιαστεί επάνω του ώστε να κατέβει δίχως να πηδήξει. Υπομένοντας και αυτό το μαρτύριο, πήδηξε και πέφτοντας κάτω τσάκισε ακόμα περισσότερο τα σπασμένα πόδια του. Σφαδάζοντας από τους πόνους, ούρλιαζε και φώναζε παρακαλώντας να δοθεί ένα τέλος στο μαρτύριο του. -ΑΠΟΤΕΛΕΙΩΣΤΕ ΜΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! φώναξε απελπισμένος. -Όπως έκανα και εγώ, μουρμούρισε κλαίγοντας από τους πόνους. -Δεν βασάνισα ποτέ κανέναν από αυτούς που σκότωσα. Δεν ένιωσαν ποτέ τον πόνο που νιώθω εγώ τώρα, κατέληξε ξεσπώντας σε λυγμούς πεσμένος στο πάτωμα. -Ακόμα δεν κατάλαβες Τζος? άκουσε ξανά την γυναικεία φωνή. -Η τιμωρία σου δεν αφορά μόνο τον σωματικό πόνο των θυμάτων σου, συνέχισε με ήρεμη φωνή. -Αλλά και τον ψυχικό, αυτόν που αγνόησες τόσο προκλητικά, αδιαφορώντας για το πώς ένιωθαν οι οικογένειές τους! Αυτές που ήξεραν ότι ο άνθρωπός τους δε θα αυτοκτονούσε ΠΟΤΕ! άκουσε την φωνή της σαν μαστίγιο μέσα στο μυαλό του, για να καταλήξει να του ψιθυρίσει σαν άνεμος μέσα στα αυτιά: -Αυτούς Τζος δεν κατάφερες ποτέ να τους ξεγελάσεις. Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο Τζος, γελώντας ειρωνικά, στήριξε το σώμα του στα δυο του χέρια. -Μόνο το σώμα μου μπορείτε να τσακίσετε. Την ψυχή μου την έχω χάσει προ πολλού, είπε με ήρεμη φωνή, για να φωνάξει αμέσως μετά: -ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΙΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ... -Έτσι πιστεύεις? ρώτησε η γυναίκα και αυτή την φορά η φωνή της ήχησε σε όλο το δωμάτιο σαν αντίλαλος. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Τζος, μια μακρόστενη ακτίνα φωτός άρχισε να εμφανίζεται βγάζοντας μεγάλες και εκτυφλωτικές λάμψεις, αναγκάζοντας έτσι τον Τζος να βάλει το χέρι μπροστά στο πρόσωπό του για να μπορέσει να δει καλύτερα. Μέσα από αυτήν την λάμψη σιγά-σιγά μια μικρή μαύρη σκιά άρχισε να ξεπροβάλει μεγαλώνοντας όλο και πιο πολύ. Ερχόμενη προς το μέρος του αργά, αλλά σταθερά, η σκιά πήρε ανθρώπινη μορφή σβήνοντας στο τέλος πίσω της, την εκτυφλωτική πηγή φωτός. Κατεβάζοντας το χέρι ο Τζος, σοκαρισμένος είδε επιτέλους την γυναίκα που του μιλούσε. Ήταν η γυναίκα του! Έχοντας την εικόνα της ξανά μπροστά του, ένιωσε στην καρδιά του έναν αβάσταχτο πόνο που ξεπερνούσε κάθε σωματικό που ένιωθε εκείνη την ώρα. Πλησιάζοντάς τον έσκυψε προς το μέρος του πέφτοντας στα γόνατά της. Φορούσε ένα ολόλευκο φόρεμα το οποίο, έτσι όπως έλαμπε επάνω της, την έκανε να μοιάζει με άγγελο. Χαμογελώντας τού χάιδεψε το πρόσωπο γεμάτη καλοσύνη. Νιώθοντας ξανά το άγγιγμά της ύστερα από τόσα χρόνια, κατέβασε το κεφάλι από ντροπή και ύστερα ξέσπασε σε γοερούς λυγμούς μη μπορώντας να σταματήσει. -Για αυτό έφυγε το παιδί μας. Γιατί έπρεπε να θυμάται τον πατέρα του όπως τον φανταζόταν και όχι όπως ήταν στα αλήθεια, του είπε με απαλή φωνή. Ακούγοντάς την, ένιωσε την καρδιά του να γίνεται χίλια κομμάτια. Αστείρευτος ψυχικός πόνος κατέκλεισε όλη του την ψυχή. -Είδες που τελικά έχεις ακόμα συναισθήματα? τον ρώτησε, έχοντας στην φωνή της μια απόκοσμη γλυκιά χροιά. -Ήρθες εδώ γυμνός για να αντιμετωπίσεις κατάματα τις αμαρτίες σου, συνέχισε να του λέει εξηγώντας του πια τι συνέβαινε. -Δεν άκουγες ποτέ θόρυβο εκεί που έμπαινες, γιατί εδώ ο μόνος θόρυβος που έχει αξία, είναι ο θόρυβος των πράξεων μας, η μετάνοια της ψυχής μας, κατέληξε σηκώνοντάς του απαλά το κεφάλι για να την κοιτάξει. Βλέποντάς την ο Τζος, με δάκρυα στα μάτια, το μόνο που μπόρεσε να ψελλίσει ήταν: -Συγνώμη... Ήταν όμως βγαλμένη από τα βάθη της καρδιάς του αυτή η συγνώμη. Την εννοούσε μέχρι το τελευταίο γράμμα της. -Μη ζητάς από εμένα συγνώμη, αγάπη μου, του είπε κοιτώντας τον με ένα πρόσωπο που ξεχείλιζε από στοργή. -Αλλά από αυτούς, κατέληξε γυρνώντας το κεφάλι ελαφρά πίσω της, δείχνοντάς του κάτι. Ο Τζος κοιτώντας εκεί που του έδειχνε, είδε να εμφανίζονται πολλές μικρές λάμψεις, όπου μέσα από αυτές ξεπρόβαλαν ένα-ένα όλα τα θύματά του. Γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι, όλοι ήταν εκεί. Και όλοι τον κοιτούσαν με ένα βλέμμα γεμάτο οίκτο. Κάτι που τσάκισε ότι είχε απομείνει από την καρδιά του. -Εδώ κανείς δεν νιώθει μίσος. Αυτό που πρέπει να κερδίσεις με την μεταμέλειά σου, είναι η συγχώρεσή τους, του είπε η γυναίκα του αντικρίζοντάς τον ξανά και έχοντας ένα χαμόγελο αγαλλίασης ζωγραφισμένο στα χείλη της. Κοιτώντας μια εκείνη και μια τις χαμένες ψυχές πίσω της, ο Τζος προσπάθησε να σηκωθεί όρθιος. Υποφέροντας από τους πόνους και παρ' ό,τι δεν του το επέτρεπαν τα σπασμένα του πόδια, εκείνος προσπαθούσε ξανά και ξανά. Μέχρι που τα κατάφερε! Υπομένοντας κάθε πόνο, ισορροπώντας ουσιαστικά πάνω στα σπασίματά του, τους κοίταξε όλους έναν προς έναν. Βλέποντάς τους, θυμόταν ακριβώς πώς είχε στερήσει την ζωή στον κάθε ένα από αυτούς, μετανοώντας για κάθε του έγκλημα. -Είμαι ανάξιος της συγχώρεσής σας. Τα λάθη μου υπήρξαν πολλά και βαριά, ξεκίνησε να λέει κατεβάζοντας το κεφάλι. -Ούτε ο Θεός μπορεί να με συγχωρέσει... ΣΥΓΝΏΜΗ... Ύστερα, κοιτώντας με θλίψη την γυναίκα του, της είπε βγάζοντας κάθε ειλικρίνεια από μέσα του: -Αν μπορέσεις έστω εσύ να με συγχωρέσεις, η ψυχή μου θα μπορεί να καεί ευτυχισμένη σε οποιαδήποτε κόλαση... Κοιτάζοντάς τον με τα υπέροχα αγγελικά της μάτια, σηκώθηκε όρθια και πιάνοντάς τον από το χέρι... -Αυτή ήταν η δική σου κόλαση Τζος, του είπε λούζοντάς τον με το φως της. -Έλα... Ο γιος μας περιμένει... Κοιτάζοντας τις ψυχές που πλέον και αυτές είχαν αγαλλιάσει, είδε ευτυχισμένος στα πρόσωπά τους μια έκφραση συγχώρεσης, διώχνοντας μακριά τον οίκτο που ένιωθαν μέχρι πριν από λίγο γι' αυτόν. Κάνοντας το πρώτο βήμα ο Τζος διαπίστωσε ότι δεν πονούσε πλέον πουθενά! Η πληγή από το στήθος του είχε εξαφανιστεί και ξαφνικά μέσα από τα μάτια του πέρασαν όλες οι τελευταίες του στιγμές πριν βρεθεί εκεί. Οδηγώντας για να πάει στο θανάσιμο ραντεβού του, είδε ένα φορτηγό που ερχόταν από την αντίθετη πλευρά με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πέφτοντας με απίστευτη ορμή επάνω του έκανε το αμάξι που οδηγούσε κομμάτια, νιώθοντας τα μέταλλα να τον συνθλίβουν. Τα διαμελισμένα κομμάτια του είχαν γίνει ένα με το μέταλλο του αυτοκινήτου, αφήνοντας έτσι την τελευταία του πνοή πάνω στην άσφαλτο. Δίχως στοιχεία ταυτότητας για τον ίδιο και το αυτοκίνητό του, για να μην αφήνει ίχνη που θα τον συνέδεαν με τις αποτρόπαιες πράξεις του και δίχως να τον αναζητήσει κανένας, τον έθαψαν πρόχειρα βάζοντας την υπόθεσή του στα αζήτητα. Για την πολιτεία δεν ήταν παρά μονάχα άλλος ένας άγνωστος που βρέθηκε την λάθος ώρα στο λάθος μέρος. Τα τελευταία λόγια που ακούστηκαν για αυτόν, ήταν από μερικούς άγνωστους ανθρώπους που έτρεξαν στον τόπο του δυστυχήματος. "Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του...". Μάριος Κατακατσάνης.http://ift.tt/1jecgaE



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Ο Διάβολος Θα Βασιλέψει

Γεια σας! Το όνομά μου είναι Δήμητρα και έχω να σας διηγηθώ μια ιστορία που συνέβη πριν 4 χρόνια και πήγαμε όλοι να πάθουμε καρδιακή προσβολή. Τα ονόματα είναι ψεύτικα. Το περιστατικό συνέβη πριν 4 χρόνια, Στις 13 Απριλίου, στην πόλη όπου μένω. Εκεί ήμασταν πολλά παιδιά όπου είχαμε μια ομάδα εξερεύνησης. 13 Απριλίου όταν κοιτούσαμε μια υπόθεση ξαφνικά το τηλέφωνο κτυπάει. Το σηκώνει η Λιλή και το κλείνει με μια μούρη σαν να τις είπαν ότι η υπόθεση αυτή είναι η τελευταία μας. Μας λέει η Λιλή: Παιδιά γρήγορα, ήταν μια κυρία που μου είπε «Ελάτε γρήγορα στην τάδε οδό», και άκουσα αμέσως μετά ένα ουρλιαχτό. Εκείνη την στιγμή όλοι χεστήκαμε πάνω μας (συγγνώμη για την έκφραση). Πήγαμε γρήγορα με τα ποδήλατά μας και χωριστήκαμε σε ομάδες των 2. Συνολικά είχαμε χωριστεί σε 12 ομάδες. Όλοι είχαμε συναντηθεί εκτός από μια ομάδα. Τον Σάκη και την Ελισάβετ. Όλοι ακούσαμε την τσιρίδα της Ελισάβετ!!! Εμφανίζεται ο Σάκης τρέχοντας και μας λέει ΕΛΑΤΕ ΓΡΗΓΟΡΑ!!! Η ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΜΕΣΑ ΣΕ ΛΙΓΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΗ!!! Όλοι παγώσαμε, και τρομάξαμε ακόμα περισσότερο όταν είδαμε να έχει σκιστεί το κάτω μέρος της φόρμας του μέχρι τα γόνατα. Ενώ σκαφτόμασταν όλα αυτά, είχαμε αρχίσει να τρέχουμε μετά από ότι μας είχε πει ο Σάκης. Είδαμε την Ελισάβετ πεσμένη στο έδαφος μη μπορώντας να αναπνεύσει. Ένας από εμάς που είναι ειδικός σε αυτά κατάφερε να την κάνει να αναπνεύσει. Μόλις κατάφερε να αναπνεύσει μας είπε: Αυτός ήταν μια μαύρη σκιά με κατακόκκινα μάτια και μου είπε «θα έρθω ξανά! Να είσαι σίγουρη!», Στα λατινικά! Τότε ένας άλλος που είναι ιδικός στην μαύρη μαγεία τις είπε: Είσαι σίγουρη? Αυτή του απάντησε καταφατικά και αυτός της είπε αυτό που είδε ήταν ο διάβολος, ο Εωσφόρος, ο Σατανάς, ο Παλαιός των ημερών, ο Όφις πως να σας το πω αλλιώς? Η Ελισάβετ έμεινε κόκαλο. Δεν είχαμε καταλάβει ότι ο Όφις μας παρακολουθούσε. Τότε όλοι μας είπαμε δυνατά το πάτερ υμών, όταν ακούσαμε ουρλιαχτά από την γωνία!!! Ακουγόντουσαν βλασφημίες και μια σκοτεινή αύρα περιέβαλε τον χώρο. Όταν ακούστηκε στα Λατινικά: Θα ξαναγυρίσω και θα σας πάρει όλους ο χάρος!!!!! Τότε ακούστηκε μια φωνή να λέει στα Ελληνικά: «Άφησε τους ήσυχους!!! Επέστρεψε εκεί όπου ανήκεις!!! θα δεις και εσύ και αυτοί τι έχουν να πάθουν όταν βασιλέψω!!!» Εμείς δεν καταλαβαίναμε τι εννοούσαν όμως αυτός που ήξερε και λατινικά και μαύρη μαγεία άρχισε να ουρλιάζει και να τρέχει!!! Τότε εμείς που ξέραμε ότι ήξερε από μαύρη μαγεία τρομάξαμε!! Όταν ηρέμησαν τα πάντα μας είπε ότι ο διάβολος θα απελευθερωθεί και θα βασιλέψει σε αυτό τον κόσμο!!! Από τότε δεν ξαναείδαμε ούτε ένα τέτοιο περιστατικό και δεν έχουμε ξαναπεράσει έξω από εκείνο το μέρος!!! Τα σχόλια δικά σας!!!! Η ΠΟΛΗ ΕΚΕΙΝΗ ΕΙΝΑΙ Η ΙΤΕΑ ΦΩΚΙΔΑΣ!!!! ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!! storiesfromthegrave.com



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

What Lies Beneath Μέρος 1

Η καμπάνα της εκκλησίας χτύπησε. Ο διαπεραστικός της ήχος, ακούστηκε μηδαμινά αυτή την φορά λόγω της θυελλώδους καταιγίδας που κυμαίνονταν. Κεραυνοί, που ακολουθούνταν από πανίσχυρες βροντές, σαν εκρήξεις βομβών, είχαν καθηλώσει τους κατοίκους του χωρίου στα σπίτια τους. Ένα χωριό βορειοελλαδίτικο, αρκετά παραδοσιακό που κάθε χειμώνας εκεί αποτελούσε άθλο για τους κατοίκους του, διένυε τα τέλη του φθινοπώρου, προς τις απαρχές του επόμενου αναπόφευκτου χειμώνα. Η ώρα πλέον είχε πάει δώδεκα. Ο μικρός Γιώργος είχε μείνει μόνος στο σπίτι του. Οι γονείς του είχαν φύγει επειγόντως για μια δουλειά στην κοντινή πόλη, με την υπόσχεση ότι θα γυρίσουν γρήγορα. Αν και προσπάθησε να τους μεταπείσει ώστε να έρθει κι αυτός μαζί τους, αυτοί αρνήθηκαν λέγοντας ότι θα ήταν μια κουραστική διαδρομή γι αυτόν. Φοβισμένος, με όλα τα φώτα ανοιχτά και την τηλεόραση να δείχνει μια αδιάφορη γι αυτόν παλιά αστυνομική ταινία, στεκόταν στο παράθυρο μετρώντας τις σταγόνες τις βροχής που κυλούσαν. Είχε αγνοήσει την εντολή των γονιών του να πάει για ύπνο, αλλά αντίθετα υπομονετικά τους περίμενε, κοιτάζοντας συνέχεια έξω από το παράθυρο για οποιοδήποτε ίχνος φωτός, μέσα στην σκοτεινή άβυσσο της αδυσώπητης καταιγίδας. Η ορατότητα ήταν πολύ περιορισμένη, ενώ ο δυνατός άνεμος και η <<βαριά>> βροχή απορροφούσαν οποιοδήποτε ήχο. Είχε πανσέληνο, την οποία μετά βίας μπορούσε να διακρίνει στον σκοτεινό ουρανό. Τα δέντρα κουνιόνταν ακανόνιστα και βίαια, παρασυρόμενα από τον ισχυρό άνεμο και την βροχόπτωση. Σκέψεις και φόβοι κατέκλυζαν το μυαλό του. Θυμήθηκε τους τότε θρύλους και μύθους που είχε ακούσει στην πλατεία του χωριού, από μυστηριώδεις ηλικιωμένους που μιλούσαν για λυκάνθρωπους που έρχονται με την εμφάνιση της πανσέληνου, φαντάσματα ανθρώπων που επέστρεφαν πίσω για να εκδικηθούν και άλλα πολλά τέτοια. Ήταν μικρός και η ψυχή του αδυνατούσε να ξεχωρίσει την αλήθεια απ το ψέμα, το μύθο από την πραγματικότητα. Παρόλα αυτά συνέχιζε να στέκεται μπροστά στο μεγάλο παράθυρο, σαν θεατής της μεγαλομανίας της φύσης, τρέμοντας να πλησιάσει κοντά σε άλλα δωμάτια -εκτός του σαλονιού που βρισκόταν- μήπως κάνα μυστηριώδες τέρας από τα άδυτα του κόσμου καραδοκούσε γι αυτόν. Τις συνεχείς σκέψεις του τις διατάραξε μια ισχυρότατη βροντή που ήρθε δίχως προειδοποίηση. Τρομοκρατημένος, κοίταξε τον ουρανό. Τα σύννεφα και το σκοτάδι είχαν γίνει ένα, η πανσέληνος είχε χαθεί, και αναρωτήθηκε γιατί δεν είδε τον κεραυνό, που συνήθως προηγείται. Η καταιγίδα μαίνονταν με μεγαλύτερη μανία απ ότι πριν. Ξαφνικά τα φώτα έσβησαν... και ξανάνοιξαν μετά από λίγα δευτερόλεπτα, κοκαλώνοντας τον και μην ξέρει τι να κάνει. Να πάει να κρυφτεί στην ντουλάπα, να φύγει από σπίτι και να πάει στην γιαγιά του -η οποία έμενε αρκετά μακριά- ή να τηλεφωνήσει στους γονείς του? Τι να πρωτοκάνει? Προσπάθησε να συγκροτήσει την σκέψη του, πράγμα αρκετά δύσκολο μέσα στην ταραχή του. Σκέφτηκε ότι το πιο λογικό ήταν να καλέσει στους γονείς του. Ελαφρά ανακουφισμένος, έσπευσε προς το τηλέφωνο. Καθώς όμως είχε σηκώσει το ακουστικό και σχημάτιζε το νούμερο, μια δεύτερη πανίσχυρη βροντή χάλασε τα σχέδια του. Το ρεύμα έπεσε, και στο σπίτι επικρατούσε πλέον απόλυτο σκοτάδι. Αμέσως παρατήρησε στο παράθυρο κάτι σαν κόκκινη λάμψη φωτός. Άφησε το τηλέφωνο και έτρεξε απεγνωσμένα στο παράθυρο ελπίζοντας ότι πλέον είχαν έρθει οι γονείς του. Αντί γι αυτό όμως είδε κάτι πολύ χειρότερο: μια κολόνα της ΔΕΗ είχε πέσει -πιθανώς από τον ισχυρό άνεμο- και κομμένα καλώδια <<ξερνούσαν>> σπίθες, όπως του φάνηκε, μέχρι που σταμάτησαν και τα πάντα ξαναβυθίστηκαν στο σκοτάδι. Όχι όμως όλα... Μέσα στον πανικό, αγνοούσε σχεδόν εντελώς το τι γινόταν μέσα στο σπίτι. Το ενδιαφέρον του είχε επικεντρωθεί στο παράθυρο. Μόλις λοιπόν, λίγη ηρεμία διαπέρασε το σώμα του, παραξενεύτηκε γιατί ακόμη το σαλόνι είχε λίγο φως, και ένα περίεργο ήχο. Τότε λοιπόν γυρνά πίσω του και -προς μεγάλη του έκπληξη άλλα και φόβο- διαπιστώνει ότι η τηλεόραση ήταν ακόμη ανοιχτή. Έκανε μερικά δειλά βήματα προς το μέρος της, μόνο για να διαπιστώσει ότι έπαιζε ακόμη την ίδια παλιά αστυνομική ταινία. Αμέσως η ταινία του τράβηξε το ενδιαφέρον και παρόλο τον φόβο του κάθισε να την δει, μιας και ήταν το μόνο μέρος στο σπίτι που είχε λίγο φως. Όλο το υπόλοιπο ήταν βυθισμένο σε ένα πρωτόγνωρο γι αυτόν πέπλο σκοταδιού. Η προσοχή του επανήλθε στη ταινία. Από ότι είχε δει, όταν έτρωγε το βραδινό του, ήταν ένας ντεντέκτιβ που προσπαθούσε να βρει τι ακριβώς προκαλούσε τους θανάτους σε μια επαρχιακή πόλη, δίπλα σε αχυρώνες και καλαμποχώραφα. Τις τελευταίες μέρες η τοπική αστυνομία είχε βρει σε σακούλες είκοσι πτώματα ανθρώπων, τα οποία έφεραν πάνω τους χαραγμένα περίεργα σημάδια, σαν ιερογλυφικά. Και τότε κάλεσαν έναν φημισμένο ντεντέκτιβ για να βρει λύση στο μυστήριο. Μέχρι εκεί θυμόταν. Όμως τώρα -όπως έβλεπε- η ταινία είχε εισέρθει σε μια πιο <<σκοτεινή>> πλευρά. Ο ντεντέκτιβ είχε ανακαλύψει σε ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο, σατανικά σύμβολα και τα ίδια σημάδια που ήταν χαραγμένα πάνω στα πτώματα, ενώ παράλληλα κι άλλοι άνθρωποι είχαν εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Και τότε άκουσε -στην καταιγίδα που βρισκόταν- μια φωνή να του λέει: όταν έρθει η καταιγίδα, το σκοτάδι κυριεύει... Η τηλεόραση έκανε παράσιτα και έκλεισε. Ο μικρός είχε μπερδευτεί με την όλη κατάσταση, και αναρωτιόνταν τι να σήμαιναν αυτά που άκουσε στην ταινία, και πως είχε μείνει η τηλεόραση ανοιχτή παρόλο που είχε πέσει το ρεύμα. Πολλές ερωτήσεις που ήταν αδύνατον να απαντήσει έρρεαν στο μυαλό του. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι είχαν ένα φακό στο δωμάτιο των γονιών του, και ότι έπρεπε πάση θυσία να τον πάρει διότι δεν έβλεπε τίποτα πλέον. Τα ματιά του πλέον είχαν προσαρμοστεί στο σκοτάδι, και πλέον μπορούσε να διακρίνει λίγο του τοίχους και τις πόρτες. Πήρε μια βαθιά ανάσα και με όλο το κουράγιο που είχε, προχώρησε με γρήγορα βήματα προς το δωμάτιο, τρέμοντας παράλληλα για την ύπαρξη φοβέρων τεράτων στα άλλα δωμάτια. Φρόντισε να είναι γρήγορος. Με το που πήρε τον φακό έτρεξε στο σαλόνι. Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο... Βρέθηκε σε δίλημμα. Τα γόνατα του έτρεμαν. Δεν ήξερε τι να κάνει. Ποιος να ήταν άραγε? Και πως στο καλό λειτουργούσε χωρίς ρεύμα? Οι ίδιες πάλι ερωτήσεις. Τότε πέρασε απ το μυαλό του ότι μπορεί να ήταν οι γονείς του. Δίχως δεύτερη σκέψη το σήκωσε. Απεγνωσμένα περίμενε να ακούσει κάποιον ήχο. Τίποτα. Απογοητευμένος πήγε να το κλείσει. Όμως τότε ακούει ένα σφύριγμα. Και μετά κάποιον με βαριά φωνή να λέει: όταν έρθει η καταιγίδα, το σκοτάδι κυριεύει... Έκλεισε αμέσως το τηλέφωνο. Έπιασε το κεφάλι του. Τι στο καλό ήταν αυτό? Αναρωτήθηκε. Η κάρδια του χτυπούσε πολύ γρήγορα. Από το μυαλό του περνούσαν χιλιάδες σκέψεις. Όχι για πολύ όμως. Από το δωμάτιο του ακούστηκε ένας δυνατός ήχος. Σαν κάποιος να κοπανούσε το παντζούρι και να προσπαθούσε να μπει μέσα. Αδυνατώντας να προσαρμοστεί στην κατάσταση, έβαλε τα κλάματα και ζητούσε τους γονείς του. Από την άλλη, στο δωμάτιο του ο θόρυβος δυνάμωνε. Έκλεισε τα ματιά του, και τότε είδε ένα όραμα. Είδε τον προπάππου του και αυτόν, να πηγαίνουν μαζί για κυνήγι. Και να του λέει: <<να είσαι δυνατός παιδί μου. Σήκω, και θυμήσου ότι σου είχα πει. Άνοιξε τα ματιά σου>>. Αυτό τον βύθισε σε σκέψεις. Τον προπάππου του δεν τον θυμόταν καλά. Είχαν πάει μόνο δυο φορές για κυνήγι. Θυμήθηκε ότι του είχε πει να είναι γενναίος, του είχε μιλήσει για τη φύση αλλά και πως να χειρίζεται ένα όπλο. Το βρήκε! Αυτό ήταν! έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Έτρεξε αμέσως στο δωμάτιο των γονιών του. Με τη βοήθεια του φακού, βρήκε ένα πιστόλι. Δεν ήξερε αν είχαν και που ήταν, αλλά ένα προαίσθημα τον οδήγησε σ αυτό. Παράλληλα το παντζούρι είχε διαλυθεί και αυτό που ήταν εκεί θα έμπαινε σε λίγο μέσα. Ξαφνικά ένιωσε περίεργα. Ένιωθε πιο δυνατός, πιο σίγουρος και κάτι άλλο που δεν μπορούσε να ερμηνεύσει. Στα αυτιά του αντήχησε μια φωνή. <<είμαι μαζί σου παιδί μου>>... Το παντζούρι είχε διαλυθεί. Το τελευταίο εμπόδιο για αυτή την <<οντότητα>> ήταν μια συρομένη γυάλινη πόρτα. Ευτυχώς οι γονείς του είχαν αγοράσει μια καλή και ανθεκτική, και έτσι θα άντεχε αρκετά χτυπήματα πριν διαλυθεί. Ο Γιώργος κατάλαβε τώρα ότι πρέπει πραγματικά να κάνει γρήγορα...! Πήρε το όπλο στα χεριά του. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Λογικό για την ηλικία του, δεκατριών χρονών. Μπουμ. Το πρώτο ισχυρό χτύπημα του ξένου στην πόρτα. Τα χεριά του έτρεμαν. Και τότε ξαφνικά νιώθει πάλι το ίδιο προηγούμενο περίεργο αίσθημα. Αρπάζει το πιστόλι, τον γεμιστήρα, τον τοποθετεί, το οπλίζει και όλα αυτά δίχως καθόλου προηγούμενη πείρα. Απλώς τα έκανε. Δεν ήξερε πως ή γιατί. Κάτι σαν κάποιος να τον καθοδηγούσε. Μπουμ. Δεύτερο χτύπημα. Η πόρτα δεν άντεξε. Είχε γίνει θρύψαλα. Πήρε το όπλο και κάθισε σε μια γωνιά. Και περίμενε. Ο ξένος είχε μπει μέσα. Προχωρούσε προς το μέρος του. Ήταν ζήτημα λίγων δευτερόλεπτων προτού να συναντηθούν. Τότε τον άκουσε να λέει με μια μυστηριώδη, ανατριχιαστική φωνή: <<έχω κυριαρχήσει>>... Η αγωνία του είχε κορυφωθεί. Τα δάχτυλα του έτρεμαν. Όλο του το σώμα έτρεμε. Περίμενε να φανερωθεί για να του ρίξει. Και τότε διέκρινε μια μαύρη σκιά με ματιά που ανέδυαν μπλε φως. Έκλεισε τα μάτια και με όλο το θάρρος και κουράγιο που είχε, πίεσε την σκανδάλη... Η συνέχεια σύντομα...storiesfromthegrave.com



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn