Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Το παλιό χωριό στην Ικαρία

Μου συνέβη πέρσι το καλοκαίρι στο μαγευτικό νησί της Ικαρίας(είναι δίπλα στην Σάμο)όπου ένα πρωί εγώ ο πατέρας μου, η μάνα μου και ο μικρός μου αδερφός είχαμε πάρει έναν κακοτράχαλο χωμάτινο δρόμο ο οποίος υποτίθεται κατά τα λεγόμενα του πατρός μου ότι ήταν μια καλή παράκαμψη για να φτάσουμε στον Ευδηλο, την πρωτεύουσα του νησιού. Τέλος πάντων περνάμε το δρόμο όμως μέσα στο αμάξι ήμουν εγώ και οι δύο μου γονείς αφού ο μικρός(αδερφός) για να το παίξει σκληροπυρηνικός και έτσι αποφάσισε να κάνει μια μεγάλη διαδρομή με τα πόδια του και κάτω από τον καυτό αυγουστιάτικο ήλιο του καλοκαιριού και κάποια πετούμενα που έμοιαζαν με αετούς ή γύπες. Λοιπόν εγώ σε μια στιγμή άρχιζα να του φωνάζω και να του τραγουδώ ένα τραγούδι από μια παιδική ταινία, την εποχή των παγετώνων νομίζω,μιας και το σκηνικό: γύπες, ήλιος και περπάτημα έδενε λίγο. Οποίος έχει δει την ταινία μπορεί να έχει δει αυτήν την σκηνή. Τέλος πάντων, εκεί που τον δούλευα ξαφνικά ακούω τον πατέρα μου να μου φωνάζει:Εεε Νίκο, κοίτα εκεί κάτω στην βάση του βουνού. Εγώ γύρισα να κοιτάξω και διέκρινα με δυσκολία μερικά πετρόχτιστα σπιτάκια χωρίς ταράτσες κρυμμένα πίσω από κάτι δέντρα. Φαινόντουσαν παλιά και θύμιζαν μικρό χωριό έτσι μαζί αλλά εγκαταλελειμμένο. Τον ρώτησα μήπως ξέρει τι ήταν αλλά μου είπε ότι δεν ξέρει μιας και αυτός ήταν από την Σάμο. Ρώτησα και την μάνα μου μήπως ήξερε τίποτα, αλλά παρόλο που ήταν από το νησί μου δήλωσε ότι ποτέ δεν είχε βρεθεί ή ακούσει για αυτό το μέρος. Στο μεταξύ αφηρημένοι από την κουβέντα ξεχάσαμε για τον μικρό και παραλίγο να τον ξεχάσουμε στην ερημιά. Τέλος πάντων πηγαίνοντας στον Ευδηλο και από εκεί στον Άγιο Κυρηκο(η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του νησιού) είχα στο μυαλό μου την τοποθεσία του χωριού. Βρίσκονταν στην βάση ενός όχι και τόσο μεγάλου βουνού και ο μόνος τρόπος να πας εκεί ήταν να κατέβεις από μια σκάλα ενός παλιού ορυχείου, λατομείου η ότι τέλος πάντων ήταν. Η πρώτη μου σκέψη όταν έφτασα στην πλατεία ήταν να βρω τον κολλητό μου και να του πω για το "εύρημα" μου. Αυτός παρόλο που είχε ικαριώτικες ρίζες δεν είχε ακούσει για το μέρος. Μετά από πολύ κουβέντα αποφασίσαμε να πάμε εμείς οι δύο και η κοπέλα του στο χωριό και να το εξερευνήσουμε μιας και ήμαστε ατρόμητοι και εμένα μου αρέσουν οι εξερευνήσεις. Επίσης κανονίσαμε να μας πάει ο πατέρας του κολλητού μου με το τζιπ του. Επιλέξαμε να πάμε την επόμενη μέρα έτσι όπως και έγινε. Βάλαμε άνετα ρούχα, πήραμε 4-5 σάντουιτς, δύο παλιούς μεγάλους φακούς και φύγαμε. Αφού φτάσαμε στην σκάλα μετά από 2 ώρες ταξιδιού χωρίς στάσεις κανονίσαμε ο πατέρας του φίλου μου να περιμένει στην βάση της σκάλας και μετά από μιάμιση ώρα να βρισκόμασταν εκεί και να φεύγαμε. Η παρέα μας ξεκίνησε και ήμασταν υποχρεωμένοι να περάσουμε από το παλιό νεκροταφείο το οποίο βρισκόταν δίπλα σε μια παλιά εκκλησία η οποία παραδόξως είχε σκέπη και φαινόταν καλοδιατηρημένη. Ξαφνικά εκεί που πάμε να μπούμε στο χορταριασμένο κοιμητήριο ακούμε μια φωνή να μας φωνάζει:Εεεπ που νομίζετε ότι πάτε? Εμείς κάτασπροι από τον φόβο γυρίσαμε και είδαμε έναν παπά ο οποία έμοιαζε περισσότερο με μοναχό να φοράει κλασικά παπαδίστικα γυαλάκια και να φορά έναν μεγάλο σταυρό στο λαιμό του. Προσπαθώντας να δείξουμε ψύχραιμοι χαιρετίσαμε ευγενικά όμως ο μοναχός προφανώς κατανοώντας την ανησυχία μας μας είπε:Τι θέλετε βρε παιδιά μου εδώ στην ερημιά, ήρθατε να ανάψετε καντηλάκι? Εγώ του απάντησα:Χαίρεται πάτερ, εμείς περαστικοί ήμαστε, απλά είδαμε το χωριό και είπαμε να του ρίξουμε μια ματιά. Αυτός σε απάντηση είπε: Ποιό χωριό βρε παιδάκια μου, αφού εδώ μόνο εγώ μένω, τα σπίτια που βλέπετε γύρο σας είναι από καιρό εγκαταλελειμμένα. Πάνε καιρό που φύγαν οι συγχωρεμένοι οι κάτοικοι τους. Ο φίλος μου τον ρώτησε:Όταν λέτε φύγαν, τι εννοείτε? Πήγαν στον Ευδηλο ή μετακόμισαν στην Αθήνα? Δυστυχώς η απάντηση που πήραμε ήταν αυτή που νομίζω ευχόμασταν όλοι να μην ακούσουμε. Πέθαναν τέκνον μου. Πάει καιρός που πνίγηκαν. Η κοπέλα της παρέας ρώτησε γεμάτη ανησυχία, γιατί προφανώς αισθανόταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά:Και εσείς? Γιατί βρίσκεστε ακόμα εδώ αφού όλοι έχουν φύγει? Γιατί δεν πάτε στην πόλη? Η απάντηση του ήταν αναπάντεχη αλλά τουλάχιστον ανακουφιστική...για την ώρα: Επειδή βλέπω μια ανησυχία στο πρόσωπο σου παιδί μου, σου λέω να μην φοβάσαι τίποτα και να κόψεις αυτές τις σαχλαμάρες τα μυθιστορήματα τρόμου γιατί δεν σου κάνουν καλό, τέτοια διαβάζει και ο ανιψιός μου ο Γιωργάκης και δεν μπορεί να κοιμηθεί τα βραδιά. Εντωμεταξύ η ώρα ήταν σχεδόν απόγευμα και εμείς ούτε που το είχαμε καταλάβει γιατί ο παπάς μας προσκάλεσε μέσα στο εκκλησάκι όπου βρισκόταν ένα κρεβάτι, μερικά βιβλία,3 ή 2 κουτιά με φαγητό προφανώς και μια όμορφη συμπαθητική γατούλα. Όλα αυτά σε μια γωνία της Εκκλησίας. Ο παππούλης μας κέρασε λίγο ψωμί με μέλι και μας πρότεινε γεμάτος χαμόγελο να μας δώσει λίγο κρασάκι να δοκιμάσουμε αλλά αρνηθήκαμε και του ζητήσαμε να τελειώσει την ιστορία που είχε ξεκινήσει. Η κουβέντα πήγε κάπως έτσι. Ο παπάς ξεκίνησε να λέει:Εγώ παιδιά μου που βρίσκομαι εδώ είμαι μόνος όμως ευτυχώς βρήκα την γατούλα μου την Κλεοπάτρα και μου κρατά παρέα. Εγώ τον ρώτησα ξανά γιατί δεν πάτε στην πόλη να μην είστε μόνος σας? Γιατί παιδάκι μου βρίσκομαι σε μοναχική άσκηση και η μητρόπολη με έστειλε εδώ έτσι ώστε ν μπορώ και να συντηρώ και το εκκλησάκι, βλέπεις παλιά υπήρξα μάστορας και ξέρω από τέτοια. Ο φίλος μου του είπε:Μα και πάλι αυτό το μέρος είναι γεμάτο με αρνητική ενέργεια και θάνατο, δεν φοβάστε που είστε εδώ? Εγώ σαν να επανέλαβα την ερώτηση του φίλου μου και άφησα τον παππούλη να συνεχίσει. Από την στιγμή που έχεις μάθει να ζεις ανάμεσα στις τόσες ψυχές που θεός να της αναπαύσει δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα. Όταν σέβεσαι και περιποιείσαι τα μνήματα τους, αυτοί νιώθουν ευγνωμοσύνη. Εγώ τότε πετάχτηκα και είπα:Πάτερ ζητώ την άδεια σας να πηγαίνουμε γιατί η ώρα πέρασε και μας περιμένουν! Χαρήκαμε για την γνωριμία! Αυτός:Να πηγαίνετε τέκνα μου γιατί μετά από κάποια ώρα και μετά δεν είναι σοφό να βρίσκεσαι έξω και κυρίως εδώ. Πηγαίνετε στην ευχή του Θεού και της Παναγίας και μην ξεχάσετε να κάνετε τον σταυρό σας κατά την έξοδο σας από το χωριό. Σας ευχαριστώ για την παρέα σας. Εμείς αφού τον ξαναχαιρετίσαμε, φιλήσαμε το χέρι του και φιλήσαμε την εικόνα του Χριστού αρχίσαμε να περπατάμε επειδή έπεφτε το σκοτάδι αρχίσαμε να τρέχουμε για το τζιπ. Ξαφνικά ο κολλητός μου σταμάτησε και μου έδειξε με το χέρι του μια σειρά από δέντρα λέγοντας μου:Βλέπεις και εσύ ότι βλέπω? Δεν έχω όρεξη για μ@Λ@κ*ες ρε...κούνα τα πόδια σου και πάμε στο τζιπ! Μα σοβαρά σου μιλάω βλέπω κάποιους στα δέντρα! Εγώ απλά έμεινα άφωνος βλέποντας πράγματι κάτι εκεί. Η κοπέλα άρχισε να σταυροκοπιέται και μας είπε να κάνουμε το ίδιο και να συνεχίσουμε. Εγώ τρέμοντας από τον φόβο είχα προηγηθεί των άλλων και άρχισα να φωνάζω τον πατέρα του φίλου μου ο οποίος και εμφανίστηκε μετά από λίγο σχεδόν έτοιμος να εκραγεί από τον θυμό του που μας έχασε και μας έβαλε στο αμάξι και γκάζωσε. Σαν να ξέχασε τον θυμό του μας ρώτησε γεμάτος ενδιαφέρον:Λοιπόν παιδιά ακούω! Βρήκατε τίποτα το ενδιαφέρον ή τζάμπα το ταξίδι? Μας είπε. Εγώ και ο κολλητός μου αρχίσαμε να του εξιστορούμε τι είδαμε και τι έγινε. Στο μεταξύ η κοπέλα είχε κοιμηθεί στο άνετο δερμάτινο κάθισμα της τζιπαρας. Ο πατέρας του κολλητού μου το μόνο πράγμα που ψιλό-πίστεψε ήταν το κομμάτι με τον παπά αλλά για τα υπόλοιπα μας είπε ότι τα φανταστήκαμε. Ο κολλητός μου είπε:Μακάρι να έχεις δίκιο ρε μπαμπά.. Δεν βλέπαμε την ώρα να το πούμε στους υπόλοιπούς στην πλατεία. Αληθινά η όχι αυτά που είδαμε θα σας γελάσω...τουλάχιστον το κομμάτι με τα δέντρα ελπίζω να ήταν η φαντασία μας...Από τον φίλο Nick



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου