Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

H Έξοδος

Ανοίγοντας τα μάτια του ο Τζος το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν το απόλυτο σκοτάδι. Προσπαθώντας να σηκώσει το κεφάλι του, ένιωσε μια παράξενη μυρωδιά να του καίει την μύτη. Του θύμιζε έντονα θειάφι, αλλά όσο και αν προσπαθούσε να προσδιορίσει την πηγή της, δεν μπορούσε να δει τίποτα. Βρισκόταν ξαπλωμένος σε ένα σιδερένιο πάτωμα εντελώς γυμνός, δίχως όμως να αισθάνεται ούτε κρύο ούτε ζέστη. Νιώθοντας μια ζαλάδα ανοιγόκλεινε τα μάτια του προσπαθώντας να εξοικειωθεί με το σκοτάδι. Δεν ήξερε πού βρισκόταν, ούτε αν ήταν μόνος του. -ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΔΩ? φώναξε με δύναμη. Αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Σηκώθηκε σιγά-σιγά αρχίζοντας να ψηλαφίζει γύρω του τον χώρο. Με τα χέρια απλωμένα στο σκοτάδι, προσπαθούσε να καταλάβει πού βρισκόταν. Περπατώντας προσεκτικά γύρω-γύρω απέκτησε την αίσθηση ότι βρισκόταν σε ένα τετράγωνο δωμάτιο. Μέσα σ' αυτό δεν υπήρχε απολύτως τίποτα! Περιφερόταν σε ένα απόλυτα άδειο δωμάτιο! -ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ? φώναξε ξανά. Άλλα το μόνο που ακούστηκε ήταν ο αντίλαλος της φωνής του. Ψάχνοντας για κάποια διέξοδο, εντόπισε με την παλάμη του μια εσοχή κατά μήκος του τοίχου. Ακολουθώντας την με τα δάχτυλά του, διέγραψε μια καμπύλη, οδηγώντας το χέρι του μέχρι κάτω στο πάτωμα. Ανεβαίνοντας ξανά προς τα επάνω, αγγίζοντας και με τα δυο του χέρια τον τοίχο, υπολόγισε περίπου το κέντρο της εσοχής. Κινώντας τα γρήγορα δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω, έπιασε κάτι που έμοιαζε με χερούλι πόρτας. Πιάνοντάς το σφιχτά το έσπρωξε με δύναμη πάνω κάτω προσπαθώντας να την ανοίξει. Μα ήταν κλειδωμένη. Αυτό που του τράβηξε την προσοχή, ήταν ότι ενώ το κουνούσε βίαια πάνω κάτω και ενώ τα πάντα γύρω του έμοιαζαν να είναι σιδερένια, δεν ακουγόταν καθόλου θόρυβος. Είχε αίσθηση του τι άγγιζε, αλλά δεν έβγαινε ήχος από αυτά. Για να το εξακριβώσει κλότσησε με δύναμη την πόρτα μπροστά του, αλλά δεν ακούστηκε τίποτα. Χτύπησε με τις γροθιές του τον τοίχο, αλλά και πάλι δεν ακούστηκε τίποτα. Η φωνή του όμως, ακούγονταν καθαρά και με αντίλαλο. Προβληματισμένος γύρισε πάλι πίσω, εκεί που είχε ανακτήσει τις αισθήσεις του, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις του σε μια τάξη. Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν ότι πήγαινε με το αυτοκίνητό του να συναντήσει έναν άντρα που παρακολουθούσε πολύ καιρό πριν. Είχε πληρωθεί για να τον βγάλει από την μέση, από κάποιον που δεν συμπαθούσε αυτόν τον άνθρωπο ιδιαίτερα. Αυτή ήταν η δουλειά του. Το μόνο που ήξερε να κάνει καλά. Ένας επαγγελματίας πληρωμένος δολοφόνος. Ήξερε ότι δεν ήταν η ομορφότερη δουλειά τού κόσμου, αλλά τα κέρδη της ήταν τόσο πολλά που, ύστερα από μερικές δουλειές ακόμα, θα μπορούσε να αποσυρθεί εκατομμυριούχος, ζώντας μια άνετη και ξέγνοιαστη ζωή. Και ύστερα από εφτά χρόνια ακαταλόγιστων πράξεων, ο θάνατος αυτού του ανθρώπου, ήταν μία από τις τελευταίες του δουλειές. Ψυχρός στη μεγαλύτερη διάρκεια της επαγγελματικής του ζωής, δεν δίστασε ούτε μια στιγμή να φέρει εις πέρας όποια αποστολή τού ανέθεταν. Ακόμα και αν αυτές αφορούσαν ανθρώπους που ποτέ δεν είχαν βλάψει κάποιον. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έπρεπε να απαλλάξει τον πλούσιο πελάτη του από την παρουσία της γυναίκας του, για να μπορεί εκείνος να ζήσει με την νέα του αγάπη. Ούτε το να σκοτώσει μικρά αθώα παιδιά, για να μην έχουν μερίδιο σε κάποια τεράστια κληρονομιά. Αλλά και το αντίθετο. Γυναίκες που εξαφάνιζαν τους συζύγους τους για να κληρονομήσουν αυτές όλη του την περιουσία. Μία τέτοια ήταν και η τελευταία του αποστολή. Να βγάλει από την μέση έναν πολύ πλούσιο και ισχυρό άντρα, ώστε η άπληστη γυναίκα του να κληρονομήσει την περιουσία του και την δύναμή του. Δεν ήταν όμως πάντα έτσι, ψυχρός και συναισθηματικά νεκρός. Κάποτε υπήρξε κι αυτός παντρεμένος και οικογενειάρχης. Με την γυναίκα του, την οποία αγαπούσε πάρα πολύ, είχαν αποκτήσει και ένα παιδί, τον Ντίλαν. Κρατώντας μυστική την ζωή που έκανε από την οικογένειά του, ο Τζος πάνω στο ξεκίνημα της καριέρας του έκανε ένα μοιραίο λάθος. Άφησε απροστάτευτη και εκτεθειμένη την οικογένειά του. Ένα βράδυ που βρίσκονταν και οι τρεις στο σπίτι, ο Τζος είδε κάποιες σκιές να κινούνται περίεργα πίσω από τα παράθυρα. Μα πριν προλάβει να πάρει το όπλο του από εκεί που το είχε κρυμμένο, άκουσε τα παράθυρα να σπάνε εισβάλοντας με τα όπλα στα χέρια έξι κουκουλοφόροι. Ακινητοποιώντας την σύζυγό του και το παιδί του, που έντρομοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε, δύο από αυτούς χτύπησαν τον Τζος στο κεφάλι αφήνοντάς τον αναίσθητο. Όταν συνήλθε, μέσα στην θολούρα του, είδε την οικογένειά του δεμένη και φιμωμένη. Προσπαθώντας να σηκωθεί δέχθηκε μια δυνατή κλοτσιά στα πλευρά που τον καθήλωσε ξανά κάτω. -Τζος... Τζος... Με απογοήτευσες, άκουσε να του λέει μια βαριά αντρική φωνή. -Σε περίμενα για ποιο έξυπνο... Όταν κάνεις αυτή την δουλειά, η οικογένεια είναι κάτι απαγορευμένο! Και ξέρεις γιατί? ρώτησε. Μα πριν προλάβει να απαντήσει ο Τζος, είδε έντρομος τον άντρα που του μιλούσε να πυροβολεί εν ψυχρό την γυναίκα του και το παιδί του στο κεφάλι. -Για αυτό... άκουσε να απαντά ειρωνικά στην δική του ερώτηση χαμογελώντας ο άντρας. Νιώθοντας τα αίματα τους να του πιτσιλούν το πρόσωπο, ένιωσε την καρδιά του να σκίζεται στα δύο. Ουρλιάζοντας αγκάλιασε την νεκρή οικογένεια του, κοιτώντας τον με μίσος. -Μμμμ λατρεύω αυτό το βλέμμα Τζος! Κοίτα να μην το χάσεις ποτέ, γιατί μόνο αυτό θα σε κρατήσει ζωντανό, του είπε με ψυχρότητα στην φωνή ο άντρας. -Α... και κάτι άλλο... Αν ξαναχώσεις την μύτη σου σε ξένες δουλειές, σου υπόσχομαι ότι την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε θα υποφέρεις πολύ περισσότερο απ' ό,τι τώρα... Ελπίζω να έγινα κατανοητός και να παραδειγματιστούν και όλοι οι... συνάδελφοί σου από αυτό που έγινε σήμερα, για να μην τρυπώνουν εκεί που δεν χωράνε! Και κάνοντας νόημα με το κεφάλι στους υπόλοιπους άντρες της ομάδας του, αποχώρησαν από το σπίτι αφήνοντας τον Τζος μόνο του, αγκαλιά με τα ζεστά ακόμα άψυχα κορμιά της γυναίκας του και του παιδιού του. Ληστεία μετά φόνου και ξεκλήρισμα οικογένειας έγραψαν την άλλη ημέρα οι εφημερίδες! Όσο και αν προσπάθησε ο Τζος να μάθει για την οργανωμένη δολοφονία στο σπίτι του, ποτέ δεν κατάφερε να συλλέξει το κάποιο στοιχείο. Έτσι δίχως καρδιά πλέον, συνέχισε το έργο του, χωρίς να έχει το παραμικρό συναίσθημα. Είχε γίνει και αυτός πια ένα κτήνος, σαν αυτούς που τον είχαν επισκεφτεί τότε. Καλύπτοντας καλύτερα πλέον τα νότα του και αλλάζοντας συνέχεια σπίτια, κατάφερε να γίνει αόρατος στα μάτια των ανταγωνιστών του. Ο Τζος αφού δεν είχε πλέον τίποτα να χάσει, απέκτησε την καλύτερη φήμη στην πιάτσα, όχι μόνο για την ψυχρή αποτελεσματικότητά του, αλλά και για το ταλέντο που είχε να εμφανίζει πάντα τις δολοφονίες του, είτε ως αυτοκτονίες, είτε ως ατυχήματα. Ποτέ ως τώρα στην καριέρα του, δεν είχε φανερωθεί ο αληθινός τρόπος που πέθαινε το κάθε θύμα του. Και αυτό ήταν κάτι που οι πλούσιοι πελάτες του το εκτιμούσαν ιδιαίτερα πληρώνοντας αδρά. Καθισμένος μέσα στο σκοτάδι, κάτι που είχε συνηθίσει εξ άλλου αφού έτσι παραμόνευε τα θύματά του, σκεφτόταν ποιος μπορεί να του είχε στήσει όλο αυτό το "παιχνίδι". Αν και ήταν πολύ υπομονετικός και ποτέ δεν έχανε την ψυχραιμία του, τώρα είχε αρχίσει να θυμώνει. -ΑΝ ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΤΟ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΑΣΤΕΙΟ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΕΔΩ! φώναξε με δύναμη στον αέρα. -ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΘΑ ΣΕ ΚΑΘΑΡΙΣΩ ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΟΥ ΤΑ ΧΕΡΙΑ! ΜΕ ΑΚΟΥΣ? ούρλιαζε, μα το μόνο που εισέπραττε, ήταν ο αντίλαλος της φωνής του. Χάνοντας κάθε αίσθηση του χρόνου, νιώθοντάς τον σαν να μην κυλά καθόλου, καθόταν ακίνητος στο σκοτάδι και οργισμένος. Αν και πίστευε ότι είχαν περάσει μέρες που τον κρατούσαν εκεί φυλακισμένο, ωστόσο δεν είχε περάσει παρά μόνο ένα λεπτό από την ώρα που είχε ξυπνήσει. Και μέσα σε αυτό το λεπτό το μόνο που σκεπτόταν ήταν τι θα έκανε σε αυτόν που τον είχε φέρει σε αυτή την κατάσταση, αν έφευγε βέβαια ποτέ από εκεί μέσα. Όταν βαρέθηκε να φωνάζει και να βρίζει, σκέφτηκε να χειριστή αλλιώς την κατάσταση. Να δωροδοκήσει τους απαγωγείς του, τάζοντάς τους ακόμα και όλη του την περιουσία. Μα και πάλι δεν λάμβανε καμιά απάντηση. -Τι θέλετε επιτέλους... Μουρμούρισε νιώθοντας την κούραση να καταβάλει το κορμί του. Δεν θυμόταν καν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε φάει ή είχε πιει κάτι, μα παρ' όλα αυτά δεν πεινούσε, ούτε διψούσε. Μόνο κούραση ένιωθε και εξάντληση, ακόμα και όταν δεν κινιόταν καθόλου. Όταν πια δεν είχε τι άλλο να κάνει, ο μόνος τρόπος για να μην τρελαθεί, ήταν να απασχολεί συνέχεια το μυαλό του με σκέψεις. Περνούσε ο χρόνος ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε, συλλογιζόμενος μέσα στην φυλακή, όπως έβλεπε πια αυτόν τον χώρο, κυριολεκτικά όλη του την ζωή. Μέχρι που έφτασε και στις τελευταίες του επιλογές, την δουλειά που διάλεξε να κάνει, σκοτώνοντας τόσους αθώους ανθρώπους απλά και μόνο για να ικανοποιήσει άπληστα συμφέροντα. Τότε άρχισε να καταλαβαίνει τι είχαν περάσει αυτοί οι άνθρωποι, όταν βρισκόντουσαν και εκείνοι στην δική του απάνθρωπη φυλακή, μέχρι να βρει τον κατάλληλο τρόπο να τους εξαφανίσει δίχως να αφήσει ίχνη δολοφονίας πίσω του. Μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο άρχισε να συλλογίζεται, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του, την βαρύτητα των πράξεών του. Βλέποντας εφιάλτες κάθε φορά που προσπαθούσε να κοιμηθεί, ξυπνούσε έντρομος έχοντας ακόμα στα αυτιά του τα απεγνωσμένα ουρλιαχτά των θυμάτων του. Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό του, ήταν ότι τελικά έκανε λάθος που διάλεξε αυτό το μονοπάτι. Το να σκοτώνει αθώους ανθρώπους για να φτιάξει την δικιά του ζωή, αλλά και για να καλυτερέψει των άλλων, δεν ήταν μια ηθικά σωστή ανθρώπινη επιλογή. Έχοντας για πρώτη φορά στην ζωή του τόσο άπλετο χρόνο στην διάθεση του, μπορούσε πλέον να το αντιληφτεί αυτό. Και τότε άκουσε ξαφνικά τον πρώτο του ήχο. Ένα σιδερένιο απόκοσμο "κλικ", έφερε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του, την πρώτη χλωμή ακτίνα φωτός. Η πόρτα που είχε ανακαλύψει, μόλις είχε ανοίξει από μόνη της. Γεμάτος ελπίδα ότι το μαρτύριό του είχε λάβει τέλος, έχοντας όμως και μια μικρή επιφύλαξη στην άκρη του μυαλού του, σηκώθηκε αργά από την θέση του πλησιάζοντας την πόρτα. Ανοίγοντάς την αργά, άφησε το θαμπό φως να εισχωρήσει ελάχιστα στο δωμάτιο. Κοιτώντας από περιέργεια που βρισκόταν, διαπίστωσε ότι πράγματι περιβάλλονταν από σιδερένιους τοίχους, οι οποίοι δεν ενώνονταν με κανένα εμφανές σημάδι μεταξύ τους. Ήταν λες και βρισκόταν σε ένα τεράστιο και μονοκόμματο σιδερένιο κουτί. Κοιτώντας πάλι μπροστά του, πέρασε την πόρτα βρισκόμενος πάντα σε ετοιμότητα, σε περίπτωση που του είχαν στήσει κάποια παγίδα. Με το που πέρασε στο επόμενο δωμάτιο, η πόρτα έκλεισε ερμητικά ξανά πίσω του. Στον νέο χώρο που βρισκόταν, με την βοήθεια του λιγοστού φωτός που είχε στην διάθεσή του, είδε στο κέντρο του δωματίου ένα μικρό ξύλινο τραπέζι. Πάνω σε αυτό υπήρχαν κάποια αντικείμενα. Πίσω του και πάνω ψιλά στον τοίχο, ήταν σμιλεμένη η φράση "Καθαρτήριο". Λίγα μέτρα μετά από αυτό υπήρχε μια στρογγυλή σφραγισμένη καταπακτή, ακριβώς στην ίδια ευθεία με το πάτωμα. Τρέχοντας προς την καταπακτή, προσπάθησε να την ανοίξει, αλλά όπως το φανταζόταν ήταν και αυτή κλειδωμένη. Γυρνώντας πίσω, κοίταξε τα πράγματα που ήταν πάνω στο τραπέζι. Υπήρχε ένα σκουριασμένο παλιό πριόνι, ένα σφυρί και ένα κοπίδι. Δίχως να πειράξει τίποτα, κοίταξε γύρω του για άλλη μια φορά, ανοίγοντας το στόμα του για να ξεσπάσει τα νεύρα του με μια δυνατή κραυγή. Αλλά πριν προλάβει να φωνάξει άκουσε ξαφνικά από το βάθος μια αγχωμένη γυναικεία φωνή να φωνάζει. -ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΔΩ? ΜΕ ΑΚΟΥΤΕ? -ΝΑΙ! ΣΕ ΑΚΟΥΩ! φώναξε ο Τζος προσπαθώντας να καταλάβει από που προερχόταν αυτή η φωνή. -Ω ΘΕΕ ΜΟΥ! ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! άκουσε ξανά την φωνή της που ακούγονταν αυτή την φορά ελαφρώς πιο ανακουφισμένη. -ΉΡΘΕΣ ΝΑ ΜΕ ΣΩΣΕΙΣ? τον ρώτησε η γυναίκα γεμάτη αγωνία. -ΟΧΙ. ΠΡΟΦΑΝΟΣ ΕΙΜΑΙ ΚΑΙ ΕΓΩ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΘΕΣΗ ΜΕ ΕΣΕΝΑ, απάντησε ο Τζος καταλαβαίνοντας ότι και η γυναίκα βρισκόταν στην ίδια μοίρα με αυτόν. Ωστόσο ακόμα δεν είχε καταλάβει από που προερχόταν η φωνή της, αφού ακουγόταν κυριολεκτικά από παντού. Απογοητευμένος κοίταξε ξανά τα εργαλεία πάνω στο τραπέζι, αναρωτώμενος για πιο λόγο βρίσκονταν εκεί. Σίγουρα θα υπήρχε κάποιος λόγος. -ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ? άκουσε να τον ρωτάει η γυναίκα δείχνοντας και εκείνη την απογοήτευσή της. -ΔΕΝ ΞΕΡΩ, της απάντησε προβληματισμένος ο Τζος. -ΕΣΥ ΠΩΣ ΒΡΕΘΗΚΕΣ ΕΔΩ? την ρώτησε μήπως και άρχιζε να βγάζει κάποια άκρη. Μα δεν πήρε καμιά απάντηση. -Ε, ΜΕ ΑΚΟΥΣ? φώναξε ο Τζος. -Ναι... του απάντησε με ήρεμη φωνή, δείχνοντας από τον τόνο τής φωνής της, ότι δεν είχε σκοπό να απαντήσει στην ερώτησή του. -ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΠΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ? την ρώτησε προσπαθώντας να αποσπάσει οποιαδήποτε πληροφορία. -Πάρα πολύ... Δεν ξέρω αν είναι μήνες ή χρόνια... του απάντησε ήρεμα, δείχνοντας απόλυτα εξοικειωμένη με την κατάσταση που βρισκόταν. Ο Τζος σκεφτικός άρχισε να συνειδητοποιεί ότι ίσως θα έμενε πολύ παραπάνω απ' ό,τι φανταζόταν. -Πριν από εμένα υπήρξε ποτέ κάποιος άλλος εδώ? την ρώτησε προσπαθώντας να καταλάβει αν βρισκόντουσαν σε κάποιο είδος φυλακής. -Έχεις μιλήσει ξανά με κανέναν? συμπλήρωσε. -Ναι πριν από πολύ καιρό... Υπήρχε και ένα παιδί εδώ, αλλά δεν έμεινε πολύ. Χάθηκε σχεδόν αμέσως... του είπε με νοσταλγική φωνή. -Τι εννοείς χάθηκε? την ρώτησε γεμάτος απορία. -Χάθηκε! Έτσι ξαφνικά σταμάτησα να ακούω την φωνή του... -Δοκίμασες ποτέ να βρεις κάποια έξοδο? την ρώτησε ο Τζος πιάνοντας στα χέρια του το κοπίδι. -Ναι, αλλά όπου κι αν πήγαινα πάντα κατέληγα εγκλωβισμένη εδώ... -Όπου πήγαινες? -Ναι! Άνοιγα την μία πόρτα, μετά την άλλη, αλλά κατέληγα πάντα σε έναν λαβύρινθο που όλες του οι διαδρομές κατέληγαν εδώ που βρίσκομαι τώρα, του είπε δείχνοντας την απόγνωσή της. -Τι εννοείς άνοιγες όλες τις πόρτες? την ρώτησε ξανά, μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που άκουγε. -Δεν έχεις δει πόρτες εσύ εδώ? τον ρώτησε και εκείνη με την ίδια περιέργεια. -Ως τώρα μία, η οποία ήταν κλειδωμένη. Όταν κατάφερα να την περάσω, βρέθηκα εδώ. Όπου και πάλι υπάρχει μια κλειδωμένη καταπακτή, είπε εξάπτοντάς της την περιέργεια. -Την πρώτη πόρτα πώς την πέρασες? τον ρώτησε. -Άνοιξε μόνη της, δίχως να την αγγίξω... Και απλά την πέρασα... είπε ο Τζος αφήνοντας το κοπίδι ξανά στο τραπέζι, καθώς επεξεργαζόταν αυτή την φορά το πριόνι. -Τι να σου πω... εγώ τις βρήκα όλες ξεκλείδωτες... Μπερδεμένος όσο ποτέ άλλοτε στην ζωή του, ο Τζος έχοντας το πριόνι στα χέρια του πήγε στην καταπακτή. Προσπαθώντας με αυτό να κόψει το χερούλι της, εξεπλάγη για άλλη μια φορά που δεν άκουσε κανέναν θόρυβο. Όσο όμως και αν προσπαθούσε, όση δύναμη και αν έβαζε, το πριόνι ούτε καν χάραζε το σίδερο. Ούτε όμως και τα δόντια του πριονιού χαλούσαν. Ήταν σαν να μην ερχόντουσαν αυτά τα δύο μέταλλα ποτέ σε επαφή. Κάτι που όμως δεν συνέβαινε, αφού ο Τζος ένιωθε ότι το πριόνι ακουμπούσε επάνω στο σίδερο. Παρατώντας προς στο τραπέζι, πήρε στα χέρια του το σφυρί. Με όση δύναμη είχε, κοπάνησε με αυτό το χερούλι δίχως όμως να καταφέρει κάτι. Μόλις η φαρδιά κεφαλή του σφυριού έφτανε στο χερούλι, απλά σταμάταγε. Δίχως να ακουστεί κάτι, δίχως καν να κουνηθεί. -ΕΊΣΑΙ ΚΑΛΑ? Άκουσε την φωνή της γυναίκας να τον ρωτά. -ΝΑΙ ΚΑΛΑ ΕΙΜΑΙ, της απάντησε ελαφρώς λαχανιασμένος. -ΓΙΑΤΙ ΑΚΟΥΓΕΣΑΙ ΕΤΣΙ? τον ρώτησε με αγωνία. -ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΑΝΟΊΞΩ ΤΗΝ ΓΑΜΗΜΕΝΗ ΚΑΤΑΠΑΚΤΉ, φώναξε νευριασμένος ο Τζος. -ΜΕ ΤΙ? Εκνευρισμένος, περισσότερο ίσως από την ακατάπαυστη ομιλία της, προσπάθησε να συγκρατήσει τα νεύρα του. Αφού δεν είχε κάτι να του προσφέρει, όσον αφορούσε την έξοδό του από εκεί, δεν ήθελε να της μιλάει άλλο. -Με ένα πριόνι και ένα σφυρί, της απάντησε επίτηδες βαριεστημένα, μήπως και το καταλάβαινε βουλώνοντάς το επιτέλους για λίγο. -Που τα βρήκες? τον ρώτησε έχοντας όμως ένα απρόσμενο ενδιαφέρον στην φωνή της. -ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΜΑΙ, ΕΝΤΑΞΕΙ? της απάντησε φωνάζοντας και εκδηλώνοντας απροκάλυπτα πια τα νεύρα του. -Υπάρχει και ένα κοπίδι εκεί? άκουσε έκπληκτος να τον ρωτάει η γυναίκα, όπου κι εκείνη με την σειρά της αγνόησε τον θυμό του. -ΠΟΥ ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ? ΠΟΙΑ ΕΙΣΑΙ? την ρώτησε σαστισμένος ψάχνοντας πάλι γύρω του να δει αν υπήρχε κάποια κάμερα, ή κάτι άλλο που μπορεί να μην το είχε προσέξει. -Είμαστε και οι δυο παγιδευμένοι εδώ μέσα. Αυτό έχει σημασία, του είπε αποφεύγοντας να απάντηση στην πρώτη του ερώτηση. Όσο για το πού το ξέρω, τα είδα ζωγραφισμένα σε ένα από τα δωμάτια που τριγυρνούσα... Ξεφυσώντας από θυμό, ο Τζος δεν έβγαζε καθόλου νόημα μέσα από όλα αυτά. Αν κάτι τον εκνεύριζε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο, ήταν να μην έχει τον έλεγχο μιας κατάστασης. -ΚΑΙ ΤΙ ΥΠΟΤΙΘΕΤΑΙ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΩ ΜΕ ΑΥΤΑ? της φώναξε απογοητευμένος ακουμπώντας το κεφάλι του στον τοίχο. -ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΙΔΕΣ ΣΤΟΝ ΚΟΛΟΤΟΙΧΟ ΣΟΥ? ρώτησε φωνάζοντας εκνευρισμένος. Επικρατώντας για λίγο σιωπή, άκουσε ξανά την φωνή της γυναίκας να ηχεί μέσα στο δωμάτιο. -Δεν ξέρω αν σε βοηθάει, αλλά πάνω από αυτά είχε γραμμένη μια φράση... -ΤΙ ΦΡΑΣΗ? ΜΙΛΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! ούρλιαξε δίχως να ξέρει πάνω στην αγανάχτηση του που να κοιτάξει. -Η φράση έλεγε "Όλες οι πόρτες ανοίγουν μπροστά στον πόνο της μετάνοιας", του είπε η γυναίκα με σοβαρό ύφος, αφήνοντας και πάλι το δωμάτιο να το πλημυρίσει η απόλυτη σιωπή. Ο Τζος σκεφτόταν όλη την ώρα αυτή την φράση. Ήξερε ότι το κλειδί του προβλήματός του βρισκόταν εκεί. Απλά δεν μπορούσε να κατανοήσει το βαθύτερο νόημά της. "Ο πόνος της μετάνοιας..." Επαναλάμβανε ξανά και ξανά από μέσα του. Μέχρι που του ήρθε μια ιδέα. Από την πρώτη στιγμή που είχε δει αυτά τα εργαλεία, τα είχε αναγνωρίσει αμέσως. Ήταν τα κυριότερα από αυτά που χρησιμοποιούσε για να εξαφανίσει μερικά από τα θύματά του. Όταν δεν χρειαζόταν να σκηνοθετήσει κάποιον θάνατο, τότε εξαφάνιζε τα πτώματα τεμαχίζοντας τα, η σπάζοντας τα κόκαλα τους για να χωρέσουν σε κάποιο κουτί. Το λεπίδι όμως, το χρησιμοποιούσε στις περιπτώσεις που του είχαν αναθέσει να αποσπάσει σημαντικές πληροφορίες. Πιστεύοντας ότι είχε βρει την λύση του πάζλ, πήρε στα χέρια του το κοπίδι. Βγάζοντας την λεπίδα έξω, χάραξε με αυτό βαθειά το στήθος του. Βογκώντας από τον πόνο που ένιωθε, υπέφερε βουβά βλέποντας το αίμα του να κυλάει γρήγορα πάνω στο σώμα του. Με την πρώτη σταγόνα που έπεσε στο πάτωμα, άκουσε το ίδιο μεταλλικό "κλικ" που είχε ακούσει και πριν. -Τι ήταν αυτό? άκουσε την γυναίκα να τον ρωτά. -Άνοιξε η καταπακτή, είπε αγκομαχώντας ο Τζος. -Είσαι καλά? τον ρώτησε ξανά η γυναίκα. -Έχω υπάρξει και καλύτερα, μονολόγησε. Περπατώντας αργά, νιώθοντας το στήθος του να καίει έσκυψε και άνοιξε διάπλατα την καταπακτή. Μέσα της υπήρχε ένα στενό και σκοτεινό τούνελ. Προσπαθώντας να συρθεί μέσα για να δει που οδηγούσε, διαπίστωσε ότι τα πόδια του δεν χωρούσαν και κάπου έβρισκαν μέσα σε αυτήν. Βγαίνοντας ξανά έξω, σηκώθηκε όρθιος κουνώντας το κεφάλι του. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. -Ο πόνος της μετάνοιας ε? μουρμούρισε. Πηγαίνοντας στο τραπέζι, πήρε από εκεί το σφυρί και αφού έκατσε στο πάτωμα, πήρε μια βαθειά ανάσα. Τεντώνοντας τα πόδια του, έριξε την πρώτη σφυριά. Ουρλιάζοντας από τους πόνους, έριξε και μια δεύτερη. Σπάζοντας τα πόδια του, σύρθηκε ξανά μέσα στην τρύπα μπαίνοντας αυτή την φορά δίχως πρόβλημα. Σέρνοντας την σκισμένη κοιλιά του στο στενό τούνελ και στριμώχνοντας τα σπασμένα πόδια του μέσα σε αυτό, προχωρούσε ουρλιάζοντας από τους πόνους. Η φωνή τής γυναίκας δεν ακουγόταν καθόλου. Περνώντας ένα αβάσταχτο μαρτύριο σερνόταν για πολύ ώρα προσπαθώντας να καταλήξει κάπου. Ένιωθε ότι για κάποιο λόγο, αυτό το βασανιστήριο γινόταν εσκεμμένα. Σαν κάποιος να τον τιμωρούσε με τις ίδιες του τις πρακτικές. Και ίσως, τώρα που το σκέπτονταν, να του άξιζε κιόλας. Εξαντλημένος κυριολεκτικά από τους πόνους, είδε επιτέλους το αρκετά πιο φωτεινό τέλος τού τούνελ. Δυστυχώς γι' αυτόν όμως, σε αντίθεση με το ξεκίνημά του, το τέλος του τούνελ κατέληγε στο ύψος του ταβανιού του επόμενου δωματίου. Σκύβοντας το κεφάλι και κοιτώντας από την άκρη του τούνελ υπολόγισε ότι ήταν τουλάχιστον έξι μέτρα πιο ψιλά από το πάτωμα. Κοιτώντας γύρω του, δεν είδε τίποτα που θα μπορούσε να πιαστεί επάνω του ώστε να κατέβει δίχως να πηδήξει. Υπομένοντας και αυτό το μαρτύριο, πήδηξε και πέφτοντας κάτω τσάκισε ακόμα περισσότερο τα σπασμένα πόδια του. Σφαδάζοντας από τους πόνους, ούρλιαζε και φώναζε παρακαλώντας να δοθεί ένα τέλος στο μαρτύριο του. -ΑΠΟΤΕΛΕΙΩΣΤΕ ΜΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! φώναξε απελπισμένος. -Όπως έκανα και εγώ, μουρμούρισε κλαίγοντας από τους πόνους. -Δεν βασάνισα ποτέ κανέναν από αυτούς που σκότωσα. Δεν ένιωσαν ποτέ τον πόνο που νιώθω εγώ τώρα, κατέληξε ξεσπώντας σε λυγμούς πεσμένος στο πάτωμα. -Ακόμα δεν κατάλαβες Τζος? άκουσε ξανά την γυναικεία φωνή. -Η τιμωρία σου δεν αφορά μόνο τον σωματικό πόνο των θυμάτων σου, συνέχισε με ήρεμη φωνή. -Αλλά και τον ψυχικό, αυτόν που αγνόησες τόσο προκλητικά, αδιαφορώντας για το πώς ένιωθαν οι οικογένειές τους! Αυτές που ήξεραν ότι ο άνθρωπός τους δε θα αυτοκτονούσε ΠΟΤΕ! άκουσε την φωνή της σαν μαστίγιο μέσα στο μυαλό του, για να καταλήξει να του ψιθυρίσει σαν άνεμος μέσα στα αυτιά: -Αυτούς Τζος δεν κατάφερες ποτέ να τους ξεγελάσεις. Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο Τζος, γελώντας ειρωνικά, στήριξε το σώμα του στα δυο του χέρια. -Μόνο το σώμα μου μπορείτε να τσακίσετε. Την ψυχή μου την έχω χάσει προ πολλού, είπε με ήρεμη φωνή, για να φωνάξει αμέσως μετά: -ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΙΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ... -Έτσι πιστεύεις? ρώτησε η γυναίκα και αυτή την φορά η φωνή της ήχησε σε όλο το δωμάτιο σαν αντίλαλος. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Τζος, μια μακρόστενη ακτίνα φωτός άρχισε να εμφανίζεται βγάζοντας μεγάλες και εκτυφλωτικές λάμψεις, αναγκάζοντας έτσι τον Τζος να βάλει το χέρι μπροστά στο πρόσωπό του για να μπορέσει να δει καλύτερα. Μέσα από αυτήν την λάμψη σιγά-σιγά μια μικρή μαύρη σκιά άρχισε να ξεπροβάλει μεγαλώνοντας όλο και πιο πολύ. Ερχόμενη προς το μέρος του αργά, αλλά σταθερά, η σκιά πήρε ανθρώπινη μορφή σβήνοντας στο τέλος πίσω της, την εκτυφλωτική πηγή φωτός. Κατεβάζοντας το χέρι ο Τζος, σοκαρισμένος είδε επιτέλους την γυναίκα που του μιλούσε. Ήταν η γυναίκα του! Έχοντας την εικόνα της ξανά μπροστά του, ένιωσε στην καρδιά του έναν αβάσταχτο πόνο που ξεπερνούσε κάθε σωματικό που ένιωθε εκείνη την ώρα. Πλησιάζοντάς τον έσκυψε προς το μέρος του πέφτοντας στα γόνατά της. Φορούσε ένα ολόλευκο φόρεμα το οποίο, έτσι όπως έλαμπε επάνω της, την έκανε να μοιάζει με άγγελο. Χαμογελώντας τού χάιδεψε το πρόσωπο γεμάτη καλοσύνη. Νιώθοντας ξανά το άγγιγμά της ύστερα από τόσα χρόνια, κατέβασε το κεφάλι από ντροπή και ύστερα ξέσπασε σε γοερούς λυγμούς μη μπορώντας να σταματήσει. -Για αυτό έφυγε το παιδί μας. Γιατί έπρεπε να θυμάται τον πατέρα του όπως τον φανταζόταν και όχι όπως ήταν στα αλήθεια, του είπε με απαλή φωνή. Ακούγοντάς την, ένιωσε την καρδιά του να γίνεται χίλια κομμάτια. Αστείρευτος ψυχικός πόνος κατέκλεισε όλη του την ψυχή. -Είδες που τελικά έχεις ακόμα συναισθήματα? τον ρώτησε, έχοντας στην φωνή της μια απόκοσμη γλυκιά χροιά. -Ήρθες εδώ γυμνός για να αντιμετωπίσεις κατάματα τις αμαρτίες σου, συνέχισε να του λέει εξηγώντας του πια τι συνέβαινε. -Δεν άκουγες ποτέ θόρυβο εκεί που έμπαινες, γιατί εδώ ο μόνος θόρυβος που έχει αξία, είναι ο θόρυβος των πράξεων μας, η μετάνοια της ψυχής μας, κατέληξε σηκώνοντάς του απαλά το κεφάλι για να την κοιτάξει. Βλέποντάς την ο Τζος, με δάκρυα στα μάτια, το μόνο που μπόρεσε να ψελλίσει ήταν: -Συγνώμη... Ήταν όμως βγαλμένη από τα βάθη της καρδιάς του αυτή η συγνώμη. Την εννοούσε μέχρι το τελευταίο γράμμα της. -Μη ζητάς από εμένα συγνώμη, αγάπη μου, του είπε κοιτώντας τον με ένα πρόσωπο που ξεχείλιζε από στοργή. -Αλλά από αυτούς, κατέληξε γυρνώντας το κεφάλι ελαφρά πίσω της, δείχνοντάς του κάτι. Ο Τζος κοιτώντας εκεί που του έδειχνε, είδε να εμφανίζονται πολλές μικρές λάμψεις, όπου μέσα από αυτές ξεπρόβαλαν ένα-ένα όλα τα θύματά του. Γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι, όλοι ήταν εκεί. Και όλοι τον κοιτούσαν με ένα βλέμμα γεμάτο οίκτο. Κάτι που τσάκισε ότι είχε απομείνει από την καρδιά του. -Εδώ κανείς δεν νιώθει μίσος. Αυτό που πρέπει να κερδίσεις με την μεταμέλειά σου, είναι η συγχώρεσή τους, του είπε η γυναίκα του αντικρίζοντάς τον ξανά και έχοντας ένα χαμόγελο αγαλλίασης ζωγραφισμένο στα χείλη της. Κοιτώντας μια εκείνη και μια τις χαμένες ψυχές πίσω της, ο Τζος προσπάθησε να σηκωθεί όρθιος. Υποφέροντας από τους πόνους και παρ' ό,τι δεν του το επέτρεπαν τα σπασμένα του πόδια, εκείνος προσπαθούσε ξανά και ξανά. Μέχρι που τα κατάφερε! Υπομένοντας κάθε πόνο, ισορροπώντας ουσιαστικά πάνω στα σπασίματά του, τους κοίταξε όλους έναν προς έναν. Βλέποντάς τους, θυμόταν ακριβώς πώς είχε στερήσει την ζωή στον κάθε ένα από αυτούς, μετανοώντας για κάθε του έγκλημα. -Είμαι ανάξιος της συγχώρεσής σας. Τα λάθη μου υπήρξαν πολλά και βαριά, ξεκίνησε να λέει κατεβάζοντας το κεφάλι. -Ούτε ο Θεός μπορεί να με συγχωρέσει... ΣΥΓΝΏΜΗ... Ύστερα, κοιτώντας με θλίψη την γυναίκα του, της είπε βγάζοντας κάθε ειλικρίνεια από μέσα του: -Αν μπορέσεις έστω εσύ να με συγχωρέσεις, η ψυχή μου θα μπορεί να καεί ευτυχισμένη σε οποιαδήποτε κόλαση... Κοιτάζοντάς τον με τα υπέροχα αγγελικά της μάτια, σηκώθηκε όρθια και πιάνοντάς τον από το χέρι... -Αυτή ήταν η δική σου κόλαση Τζος, του είπε λούζοντάς τον με το φως της. -Έλα... Ο γιος μας περιμένει... Κοιτάζοντας τις ψυχές που πλέον και αυτές είχαν αγαλλιάσει, είδε ευτυχισμένος στα πρόσωπά τους μια έκφραση συγχώρεσης, διώχνοντας μακριά τον οίκτο που ένιωθαν μέχρι πριν από λίγο γι' αυτόν. Κάνοντας το πρώτο βήμα ο Τζος διαπίστωσε ότι δεν πονούσε πλέον πουθενά! Η πληγή από το στήθος του είχε εξαφανιστεί και ξαφνικά μέσα από τα μάτια του πέρασαν όλες οι τελευταίες του στιγμές πριν βρεθεί εκεί. Οδηγώντας για να πάει στο θανάσιμο ραντεβού του, είδε ένα φορτηγό που ερχόταν από την αντίθετη πλευρά με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πέφτοντας με απίστευτη ορμή επάνω του έκανε το αμάξι που οδηγούσε κομμάτια, νιώθοντας τα μέταλλα να τον συνθλίβουν. Τα διαμελισμένα κομμάτια του είχαν γίνει ένα με το μέταλλο του αυτοκινήτου, αφήνοντας έτσι την τελευταία του πνοή πάνω στην άσφαλτο. Δίχως στοιχεία ταυτότητας για τον ίδιο και το αυτοκίνητό του, για να μην αφήνει ίχνη που θα τον συνέδεαν με τις αποτρόπαιες πράξεις του και δίχως να τον αναζητήσει κανένας, τον έθαψαν πρόχειρα βάζοντας την υπόθεσή του στα αζήτητα. Για την πολιτεία δεν ήταν παρά μονάχα άλλος ένας άγνωστος που βρέθηκε την λάθος ώρα στο λάθος μέρος. Τα τελευταία λόγια που ακούστηκαν για αυτόν, ήταν από μερικούς άγνωστους ανθρώπους που έτρεξαν στον τόπο του δυστυχήματος. "Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του...". Μάριος Κατακατσάνης.http://ift.tt/1jecgaE



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Ο Διάβολος Θα Βασιλέψει

Γεια σας! Το όνομά μου είναι Δήμητρα και έχω να σας διηγηθώ μια ιστορία που συνέβη πριν 4 χρόνια και πήγαμε όλοι να πάθουμε καρδιακή προσβολή. Τα ονόματα είναι ψεύτικα. Το περιστατικό συνέβη πριν 4 χρόνια, Στις 13 Απριλίου, στην πόλη όπου μένω. Εκεί ήμασταν πολλά παιδιά όπου είχαμε μια ομάδα εξερεύνησης. 13 Απριλίου όταν κοιτούσαμε μια υπόθεση ξαφνικά το τηλέφωνο κτυπάει. Το σηκώνει η Λιλή και το κλείνει με μια μούρη σαν να τις είπαν ότι η υπόθεση αυτή είναι η τελευταία μας. Μας λέει η Λιλή: Παιδιά γρήγορα, ήταν μια κυρία που μου είπε «Ελάτε γρήγορα στην τάδε οδό», και άκουσα αμέσως μετά ένα ουρλιαχτό. Εκείνη την στιγμή όλοι χεστήκαμε πάνω μας (συγγνώμη για την έκφραση). Πήγαμε γρήγορα με τα ποδήλατά μας και χωριστήκαμε σε ομάδες των 2. Συνολικά είχαμε χωριστεί σε 12 ομάδες. Όλοι είχαμε συναντηθεί εκτός από μια ομάδα. Τον Σάκη και την Ελισάβετ. Όλοι ακούσαμε την τσιρίδα της Ελισάβετ!!! Εμφανίζεται ο Σάκης τρέχοντας και μας λέει ΕΛΑΤΕ ΓΡΗΓΟΡΑ!!! Η ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΜΕΣΑ ΣΕ ΛΙΓΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΗ!!! Όλοι παγώσαμε, και τρομάξαμε ακόμα περισσότερο όταν είδαμε να έχει σκιστεί το κάτω μέρος της φόρμας του μέχρι τα γόνατα. Ενώ σκαφτόμασταν όλα αυτά, είχαμε αρχίσει να τρέχουμε μετά από ότι μας είχε πει ο Σάκης. Είδαμε την Ελισάβετ πεσμένη στο έδαφος μη μπορώντας να αναπνεύσει. Ένας από εμάς που είναι ειδικός σε αυτά κατάφερε να την κάνει να αναπνεύσει. Μόλις κατάφερε να αναπνεύσει μας είπε: Αυτός ήταν μια μαύρη σκιά με κατακόκκινα μάτια και μου είπε «θα έρθω ξανά! Να είσαι σίγουρη!», Στα λατινικά! Τότε ένας άλλος που είναι ιδικός στην μαύρη μαγεία τις είπε: Είσαι σίγουρη? Αυτή του απάντησε καταφατικά και αυτός της είπε αυτό που είδε ήταν ο διάβολος, ο Εωσφόρος, ο Σατανάς, ο Παλαιός των ημερών, ο Όφις πως να σας το πω αλλιώς? Η Ελισάβετ έμεινε κόκαλο. Δεν είχαμε καταλάβει ότι ο Όφις μας παρακολουθούσε. Τότε όλοι μας είπαμε δυνατά το πάτερ υμών, όταν ακούσαμε ουρλιαχτά από την γωνία!!! Ακουγόντουσαν βλασφημίες και μια σκοτεινή αύρα περιέβαλε τον χώρο. Όταν ακούστηκε στα Λατινικά: Θα ξαναγυρίσω και θα σας πάρει όλους ο χάρος!!!!! Τότε ακούστηκε μια φωνή να λέει στα Ελληνικά: «Άφησε τους ήσυχους!!! Επέστρεψε εκεί όπου ανήκεις!!! θα δεις και εσύ και αυτοί τι έχουν να πάθουν όταν βασιλέψω!!!» Εμείς δεν καταλαβαίναμε τι εννοούσαν όμως αυτός που ήξερε και λατινικά και μαύρη μαγεία άρχισε να ουρλιάζει και να τρέχει!!! Τότε εμείς που ξέραμε ότι ήξερε από μαύρη μαγεία τρομάξαμε!! Όταν ηρέμησαν τα πάντα μας είπε ότι ο διάβολος θα απελευθερωθεί και θα βασιλέψει σε αυτό τον κόσμο!!! Από τότε δεν ξαναείδαμε ούτε ένα τέτοιο περιστατικό και δεν έχουμε ξαναπεράσει έξω από εκείνο το μέρος!!! Τα σχόλια δικά σας!!!! Η ΠΟΛΗ ΕΚΕΙΝΗ ΕΙΝΑΙ Η ΙΤΕΑ ΦΩΚΙΔΑΣ!!!! ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!! storiesfromthegrave.com



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

What Lies Beneath Μέρος 1

Η καμπάνα της εκκλησίας χτύπησε. Ο διαπεραστικός της ήχος, ακούστηκε μηδαμινά αυτή την φορά λόγω της θυελλώδους καταιγίδας που κυμαίνονταν. Κεραυνοί, που ακολουθούνταν από πανίσχυρες βροντές, σαν εκρήξεις βομβών, είχαν καθηλώσει τους κατοίκους του χωρίου στα σπίτια τους. Ένα χωριό βορειοελλαδίτικο, αρκετά παραδοσιακό που κάθε χειμώνας εκεί αποτελούσε άθλο για τους κατοίκους του, διένυε τα τέλη του φθινοπώρου, προς τις απαρχές του επόμενου αναπόφευκτου χειμώνα. Η ώρα πλέον είχε πάει δώδεκα. Ο μικρός Γιώργος είχε μείνει μόνος στο σπίτι του. Οι γονείς του είχαν φύγει επειγόντως για μια δουλειά στην κοντινή πόλη, με την υπόσχεση ότι θα γυρίσουν γρήγορα. Αν και προσπάθησε να τους μεταπείσει ώστε να έρθει κι αυτός μαζί τους, αυτοί αρνήθηκαν λέγοντας ότι θα ήταν μια κουραστική διαδρομή γι αυτόν. Φοβισμένος, με όλα τα φώτα ανοιχτά και την τηλεόραση να δείχνει μια αδιάφορη γι αυτόν παλιά αστυνομική ταινία, στεκόταν στο παράθυρο μετρώντας τις σταγόνες τις βροχής που κυλούσαν. Είχε αγνοήσει την εντολή των γονιών του να πάει για ύπνο, αλλά αντίθετα υπομονετικά τους περίμενε, κοιτάζοντας συνέχεια έξω από το παράθυρο για οποιοδήποτε ίχνος φωτός, μέσα στην σκοτεινή άβυσσο της αδυσώπητης καταιγίδας. Η ορατότητα ήταν πολύ περιορισμένη, ενώ ο δυνατός άνεμος και η <<βαριά>> βροχή απορροφούσαν οποιοδήποτε ήχο. Είχε πανσέληνο, την οποία μετά βίας μπορούσε να διακρίνει στον σκοτεινό ουρανό. Τα δέντρα κουνιόνταν ακανόνιστα και βίαια, παρασυρόμενα από τον ισχυρό άνεμο και την βροχόπτωση. Σκέψεις και φόβοι κατέκλυζαν το μυαλό του. Θυμήθηκε τους τότε θρύλους και μύθους που είχε ακούσει στην πλατεία του χωριού, από μυστηριώδεις ηλικιωμένους που μιλούσαν για λυκάνθρωπους που έρχονται με την εμφάνιση της πανσέληνου, φαντάσματα ανθρώπων που επέστρεφαν πίσω για να εκδικηθούν και άλλα πολλά τέτοια. Ήταν μικρός και η ψυχή του αδυνατούσε να ξεχωρίσει την αλήθεια απ το ψέμα, το μύθο από την πραγματικότητα. Παρόλα αυτά συνέχιζε να στέκεται μπροστά στο μεγάλο παράθυρο, σαν θεατής της μεγαλομανίας της φύσης, τρέμοντας να πλησιάσει κοντά σε άλλα δωμάτια -εκτός του σαλονιού που βρισκόταν- μήπως κάνα μυστηριώδες τέρας από τα άδυτα του κόσμου καραδοκούσε γι αυτόν. Τις συνεχείς σκέψεις του τις διατάραξε μια ισχυρότατη βροντή που ήρθε δίχως προειδοποίηση. Τρομοκρατημένος, κοίταξε τον ουρανό. Τα σύννεφα και το σκοτάδι είχαν γίνει ένα, η πανσέληνος είχε χαθεί, και αναρωτήθηκε γιατί δεν είδε τον κεραυνό, που συνήθως προηγείται. Η καταιγίδα μαίνονταν με μεγαλύτερη μανία απ ότι πριν. Ξαφνικά τα φώτα έσβησαν... και ξανάνοιξαν μετά από λίγα δευτερόλεπτα, κοκαλώνοντας τον και μην ξέρει τι να κάνει. Να πάει να κρυφτεί στην ντουλάπα, να φύγει από σπίτι και να πάει στην γιαγιά του -η οποία έμενε αρκετά μακριά- ή να τηλεφωνήσει στους γονείς του? Τι να πρωτοκάνει? Προσπάθησε να συγκροτήσει την σκέψη του, πράγμα αρκετά δύσκολο μέσα στην ταραχή του. Σκέφτηκε ότι το πιο λογικό ήταν να καλέσει στους γονείς του. Ελαφρά ανακουφισμένος, έσπευσε προς το τηλέφωνο. Καθώς όμως είχε σηκώσει το ακουστικό και σχημάτιζε το νούμερο, μια δεύτερη πανίσχυρη βροντή χάλασε τα σχέδια του. Το ρεύμα έπεσε, και στο σπίτι επικρατούσε πλέον απόλυτο σκοτάδι. Αμέσως παρατήρησε στο παράθυρο κάτι σαν κόκκινη λάμψη φωτός. Άφησε το τηλέφωνο και έτρεξε απεγνωσμένα στο παράθυρο ελπίζοντας ότι πλέον είχαν έρθει οι γονείς του. Αντί γι αυτό όμως είδε κάτι πολύ χειρότερο: μια κολόνα της ΔΕΗ είχε πέσει -πιθανώς από τον ισχυρό άνεμο- και κομμένα καλώδια <<ξερνούσαν>> σπίθες, όπως του φάνηκε, μέχρι που σταμάτησαν και τα πάντα ξαναβυθίστηκαν στο σκοτάδι. Όχι όμως όλα... Μέσα στον πανικό, αγνοούσε σχεδόν εντελώς το τι γινόταν μέσα στο σπίτι. Το ενδιαφέρον του είχε επικεντρωθεί στο παράθυρο. Μόλις λοιπόν, λίγη ηρεμία διαπέρασε το σώμα του, παραξενεύτηκε γιατί ακόμη το σαλόνι είχε λίγο φως, και ένα περίεργο ήχο. Τότε λοιπόν γυρνά πίσω του και -προς μεγάλη του έκπληξη άλλα και φόβο- διαπιστώνει ότι η τηλεόραση ήταν ακόμη ανοιχτή. Έκανε μερικά δειλά βήματα προς το μέρος της, μόνο για να διαπιστώσει ότι έπαιζε ακόμη την ίδια παλιά αστυνομική ταινία. Αμέσως η ταινία του τράβηξε το ενδιαφέρον και παρόλο τον φόβο του κάθισε να την δει, μιας και ήταν το μόνο μέρος στο σπίτι που είχε λίγο φως. Όλο το υπόλοιπο ήταν βυθισμένο σε ένα πρωτόγνωρο γι αυτόν πέπλο σκοταδιού. Η προσοχή του επανήλθε στη ταινία. Από ότι είχε δει, όταν έτρωγε το βραδινό του, ήταν ένας ντεντέκτιβ που προσπαθούσε να βρει τι ακριβώς προκαλούσε τους θανάτους σε μια επαρχιακή πόλη, δίπλα σε αχυρώνες και καλαμποχώραφα. Τις τελευταίες μέρες η τοπική αστυνομία είχε βρει σε σακούλες είκοσι πτώματα ανθρώπων, τα οποία έφεραν πάνω τους χαραγμένα περίεργα σημάδια, σαν ιερογλυφικά. Και τότε κάλεσαν έναν φημισμένο ντεντέκτιβ για να βρει λύση στο μυστήριο. Μέχρι εκεί θυμόταν. Όμως τώρα -όπως έβλεπε- η ταινία είχε εισέρθει σε μια πιο <<σκοτεινή>> πλευρά. Ο ντεντέκτιβ είχε ανακαλύψει σε ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο, σατανικά σύμβολα και τα ίδια σημάδια που ήταν χαραγμένα πάνω στα πτώματα, ενώ παράλληλα κι άλλοι άνθρωποι είχαν εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Και τότε άκουσε -στην καταιγίδα που βρισκόταν- μια φωνή να του λέει: όταν έρθει η καταιγίδα, το σκοτάδι κυριεύει... Η τηλεόραση έκανε παράσιτα και έκλεισε. Ο μικρός είχε μπερδευτεί με την όλη κατάσταση, και αναρωτιόνταν τι να σήμαιναν αυτά που άκουσε στην ταινία, και πως είχε μείνει η τηλεόραση ανοιχτή παρόλο που είχε πέσει το ρεύμα. Πολλές ερωτήσεις που ήταν αδύνατον να απαντήσει έρρεαν στο μυαλό του. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι είχαν ένα φακό στο δωμάτιο των γονιών του, και ότι έπρεπε πάση θυσία να τον πάρει διότι δεν έβλεπε τίποτα πλέον. Τα ματιά του πλέον είχαν προσαρμοστεί στο σκοτάδι, και πλέον μπορούσε να διακρίνει λίγο του τοίχους και τις πόρτες. Πήρε μια βαθιά ανάσα και με όλο το κουράγιο που είχε, προχώρησε με γρήγορα βήματα προς το δωμάτιο, τρέμοντας παράλληλα για την ύπαρξη φοβέρων τεράτων στα άλλα δωμάτια. Φρόντισε να είναι γρήγορος. Με το που πήρε τον φακό έτρεξε στο σαλόνι. Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο... Βρέθηκε σε δίλημμα. Τα γόνατα του έτρεμαν. Δεν ήξερε τι να κάνει. Ποιος να ήταν άραγε? Και πως στο καλό λειτουργούσε χωρίς ρεύμα? Οι ίδιες πάλι ερωτήσεις. Τότε πέρασε απ το μυαλό του ότι μπορεί να ήταν οι γονείς του. Δίχως δεύτερη σκέψη το σήκωσε. Απεγνωσμένα περίμενε να ακούσει κάποιον ήχο. Τίποτα. Απογοητευμένος πήγε να το κλείσει. Όμως τότε ακούει ένα σφύριγμα. Και μετά κάποιον με βαριά φωνή να λέει: όταν έρθει η καταιγίδα, το σκοτάδι κυριεύει... Έκλεισε αμέσως το τηλέφωνο. Έπιασε το κεφάλι του. Τι στο καλό ήταν αυτό? Αναρωτήθηκε. Η κάρδια του χτυπούσε πολύ γρήγορα. Από το μυαλό του περνούσαν χιλιάδες σκέψεις. Όχι για πολύ όμως. Από το δωμάτιο του ακούστηκε ένας δυνατός ήχος. Σαν κάποιος να κοπανούσε το παντζούρι και να προσπαθούσε να μπει μέσα. Αδυνατώντας να προσαρμοστεί στην κατάσταση, έβαλε τα κλάματα και ζητούσε τους γονείς του. Από την άλλη, στο δωμάτιο του ο θόρυβος δυνάμωνε. Έκλεισε τα ματιά του, και τότε είδε ένα όραμα. Είδε τον προπάππου του και αυτόν, να πηγαίνουν μαζί για κυνήγι. Και να του λέει: <<να είσαι δυνατός παιδί μου. Σήκω, και θυμήσου ότι σου είχα πει. Άνοιξε τα ματιά σου>>. Αυτό τον βύθισε σε σκέψεις. Τον προπάππου του δεν τον θυμόταν καλά. Είχαν πάει μόνο δυο φορές για κυνήγι. Θυμήθηκε ότι του είχε πει να είναι γενναίος, του είχε μιλήσει για τη φύση αλλά και πως να χειρίζεται ένα όπλο. Το βρήκε! Αυτό ήταν! έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Έτρεξε αμέσως στο δωμάτιο των γονιών του. Με τη βοήθεια του φακού, βρήκε ένα πιστόλι. Δεν ήξερε αν είχαν και που ήταν, αλλά ένα προαίσθημα τον οδήγησε σ αυτό. Παράλληλα το παντζούρι είχε διαλυθεί και αυτό που ήταν εκεί θα έμπαινε σε λίγο μέσα. Ξαφνικά ένιωσε περίεργα. Ένιωθε πιο δυνατός, πιο σίγουρος και κάτι άλλο που δεν μπορούσε να ερμηνεύσει. Στα αυτιά του αντήχησε μια φωνή. <<είμαι μαζί σου παιδί μου>>... Το παντζούρι είχε διαλυθεί. Το τελευταίο εμπόδιο για αυτή την <<οντότητα>> ήταν μια συρομένη γυάλινη πόρτα. Ευτυχώς οι γονείς του είχαν αγοράσει μια καλή και ανθεκτική, και έτσι θα άντεχε αρκετά χτυπήματα πριν διαλυθεί. Ο Γιώργος κατάλαβε τώρα ότι πρέπει πραγματικά να κάνει γρήγορα...! Πήρε το όπλο στα χεριά του. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Λογικό για την ηλικία του, δεκατριών χρονών. Μπουμ. Το πρώτο ισχυρό χτύπημα του ξένου στην πόρτα. Τα χεριά του έτρεμαν. Και τότε ξαφνικά νιώθει πάλι το ίδιο προηγούμενο περίεργο αίσθημα. Αρπάζει το πιστόλι, τον γεμιστήρα, τον τοποθετεί, το οπλίζει και όλα αυτά δίχως καθόλου προηγούμενη πείρα. Απλώς τα έκανε. Δεν ήξερε πως ή γιατί. Κάτι σαν κάποιος να τον καθοδηγούσε. Μπουμ. Δεύτερο χτύπημα. Η πόρτα δεν άντεξε. Είχε γίνει θρύψαλα. Πήρε το όπλο και κάθισε σε μια γωνιά. Και περίμενε. Ο ξένος είχε μπει μέσα. Προχωρούσε προς το μέρος του. Ήταν ζήτημα λίγων δευτερόλεπτων προτού να συναντηθούν. Τότε τον άκουσε να λέει με μια μυστηριώδη, ανατριχιαστική φωνή: <<έχω κυριαρχήσει>>... Η αγωνία του είχε κορυφωθεί. Τα δάχτυλα του έτρεμαν. Όλο του το σώμα έτρεμε. Περίμενε να φανερωθεί για να του ρίξει. Και τότε διέκρινε μια μαύρη σκιά με ματιά που ανέδυαν μπλε φως. Έκλεισε τα μάτια και με όλο το θάρρος και κουράγιο που είχε, πίεσε την σκανδάλη... Η συνέχεια σύντομα...storiesfromthegrave.com



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Ο Ίδιος Φίλος Που Θρηνούσαμε

Γεια σας. Το όνομά μου είναι Δήμητρα και είναι η δεύτερη φορά που σας γράφω και λατρεύω αυτό το σάιτ. Λοιπόν, το πρώτο που σας έχω γράψει είναι εκείνο με την Ιτέα Φωκίδας. Ελπίζω να σας άρεσε. Τώρα όμως ας Αρχίσουμε με την επόμενη ιστορία. Τα ονόματα όπως πάντα είναι ψεύτικα. 12 η ώρα, ανατριχίλες, φαντάσματα, ζόμπι και πολλά πολλά άλλα. Ούτε εγώ πίστευα στα ζόμπι, μετά από αυτό όμως... Την ιστορία αυτή μου την διηγήθηκε η ξαδέρφη μου η Ευαγγελία. 20 Απριλίου 2006... Ήμουν εγώ με την κολλητή μου την Ελευθερία... και περπατούσαμε στην παραλία... όταν ξαφνικά τα αγόρια πετάγονται και μας τρομάζουν! Τρομάξαμε τόσο που η Ελευθερία τρομοκρατήθηκε και άρχισε να τρέχει σαν τρελή. <<Δεν το πίστευα!>>, μου έλεγε η ξαδέρφη μου. Όλοι φύγαμε για παγωτά, ώσπου ακούστηκε μια τσιρίδα ακριβώς πίσω από την Ελευθερία και την ξεκούφανε. Επειδή περίμεναν έναν ακόμη η Ελευθερία λέει: <<Τι ουρλιάζεις ρε μες τα αυτιά μου!!! Χαζό είσαι παιδάκι μου?>>. Ότι έλεγε τα έλεγε με γυρισμένη πλάτη. Όταν γύρισε έβγαλε μια τσιρίδα και λιποθύμησε. Τα άλλα παιδιά που είχαμε πάει για παγωτό και ακούσαμε την τσιρίδα της κολλητής μας. Πετάξαμε κάτω τα παγωτά και γρήγορα, γρήγορα και αρχίσαμε να τρέχουμε προς το μέρος της. Την βρήκαμε λιπόθυμη. Μετά από λίγο όταν σύνελθε δεν μπορούσε να μιλήσει. Μόνο τρομαγμένη έδειχνε προς τα πάνω μας και εμείς κοιτάξαμε προς τα πάνω. ΚΑΙ ΤΙ ΝΑ ΔΟΥΜΕ? (μια παύση εδώ θέλω να σας πω ότι ένας συμμαθητής μας είχε σκοτωθεί και τον έλεγαν Κωνσταντίνο). ΕΙΔΑΜΕ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ!!! Τον ίδιο φίλο όπου θρηνούσαμε και η Ελευθερία λιποθύμησε ξανά κι εμείς αρχίσαμε να τρέχουμε σαν τρελοί, σαν να μην υπήρχε αύριο. Πήραμε τηλέφωνο σε ένα ασθενοφόρο κι έρχεται και την παίρνει. Ξυπνάει στο νοσοκομείο ρωτώντας πόσο κοιμήθηκε και εμείς αποφασίσαμε να της πούμε την αλήθεια: -13 ημέρες -Τι έπαθα? -Έπεσες με το χέρι σου και το έσπασες. -Γιατί έπεσα? Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι κάτι μας κυνηγούσε. -Το ξέρουμε και ανησυχήσαμε! -Τι σας κυνηγούσε? -Εεεεεεε........ Ο Πάνος! -Οκ! -Πρέπει να φύγουμε! Αντίο! Όμως η Ελευθερία δεν ήξερε ότι ο Κωνσταντίνος μας κυνηγούσε. Τις το είπαμε και δεν άντεξε άλλο ο εγκέφαλός της και τρελάθηκε. Κάθε χρόνο σαν εκείνη την μέρα η Ελευθερία φωνάζει και χτυπιέται σαν φίδι. Φωνάζει τα ονόματά μας και του Κωνσταντίνου και φέτος μιλούσε στον τοίχο και όταν την ρώτησαν με ποιον μιλούσε είπε <>. Ελπίζω να σας άρεσε. Εγώ όταν το άκουσα έμεινα κόκαλο κι πήγα να την επισκεφτώ. Πράγματι μιλούσε στον τοίχο!!! ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!! storiesfromthegrave.com



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Παράξενα βήματα

Γεια σας. Με λένε Παναγιώτη, είμαι από Καλλιθέα Αθήνας και είμαι 22 χρονών. Έχω δυστυχώς ζήσει πάμπολλες και περίεργες καταστάσεις. Θα σας αφηγηθώ τη χειρότερη ,τότε που ήμουν 7 ετών. Ήταν τόσο έντονο που με στοίχειωνε και θα με στοιχειώνει σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Κοιμόμουν..Κοιμόντουσαν και όλοι οι δικοί μου. Ηταν 2 η ώρα τα χαράματα. Σε κάποια στιγμή ακούγεται ένας πάρα πολύ δυνατός ήχος στο βάθος του διαδρόμου, ο οποίος ήταν πιθανόν βήμα. Ήταν όλο το σπίτι βυθισμένο στο σκοτάδι στη κυριολεξία γιατί είχαν σβήσει απο το βράδυ τα φωτάκια. Πανικόβλητος ,πετάχτηκα από τον ύπνο μου και ξαφνικά το βήμα που σας είπα πριν έγινε περπάτημα και από τη κουζίνα που ενώνεται με το διάδρομο ερχόταν κατ'εμού(προς εμένα).Μετά από 2 λεπτά, από το κρεβάτι μου ξεπρόβαλλε ένα έντομο κατάμαυρο(έμοιαζε με σαρανταποδαρούσα) από το κάτω μέρος του κρεβατιού και ύστερα πήγε προς τα κάτω.Να αναφέρω επίσης ότι είναι διώροφο το κρεβάτι ,του αδερφού μου και το δικό μου μαζί και εγώ κοιμάμαι από πάνω. Μετά από αυτό το φαινόμενο, ούρλιαξα από το φόβο μου και φώναζα "Γιάννη, Γιάννη ξύπνα!" Ο αδερφός μου καμία απάντηση δε μου έδωσε, το ίδιο και οι δικοί μου. Ήταν λες και ήμουν παγιδευμένος σε μια άλλη διάσταση. Η οντότητα αυτή, μετά από 5 λεπτά δυνατού καρδιοχτυπήματος και ιδρώτα πέρασε δίπλα από το κάγκελο του κρεβατιού μου και σταμάτησε εκεί για λίγο. Εν τω μεταξύ, σα μικρό παιδάκι που ήμουν, φοβόμουν πάρα πολύ, αλλά δεν ήξερα τι ήταν. Καθώς λοιπόν είχα τα χέρια και το κεφάλι κάτω από το μαξιλάρι, ακούω πάλι τα βήματα και αυτή τη φορά πήγαιναν στο δωμάτιο των γονιών μου, το οποίο είναι ακριβώς δίπλα με το δικό μου. Τα πατώματα είναι ξύλινα και το παραμικρό ακούγεται! Εκεί ήταν που πήγα πραγματικά να μείνω από καρδιά Αμέσως άρχισα να φωνάζω και να ουρλιάζω και να λεω: " Μαμάααα,μπαμπάαααα!!!!??????" Οι γονείς μου όμως δε μου απαντούσαν και εκεί ήταν το χειρότερο από όλο αυτό το σκηνικό. Όπως και να έχει, το πιστεύετε δε το πιστεύετε, εύχομαι ποτέ των ποτών κανείς να ζήσει κάτι παρόμοιο! Αυτή ήταν η ιστορία μου. Από τον φίλο Παναγιώτη



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn