Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

What Lies Beneath Μέρος 1

Η καμπάνα της εκκλησίας χτύπησε. Ο διαπεραστικός της ήχος, ακούστηκε μηδαμινά αυτή την φορά λόγω της θυελλώδους καταιγίδας που κυμαίνονταν. Κεραυνοί, που ακολουθούνταν από πανίσχυρες βροντές, σαν εκρήξεις βομβών, είχαν καθηλώσει τους κατοίκους του χωρίου στα σπίτια τους. Ένα χωριό βορειοελλαδίτικο, αρκετά παραδοσιακό που κάθε χειμώνας εκεί αποτελούσε άθλο για τους κατοίκους του, διένυε τα τέλη του φθινοπώρου, προς τις απαρχές του επόμενου αναπόφευκτου χειμώνα. Η ώρα πλέον είχε πάει δώδεκα. Ο μικρός Γιώργος είχε μείνει μόνος στο σπίτι του. Οι γονείς του είχαν φύγει επειγόντως για μια δουλειά στην κοντινή πόλη, με την υπόσχεση ότι θα γυρίσουν γρήγορα. Αν και προσπάθησε να τους μεταπείσει ώστε να έρθει κι αυτός μαζί τους, αυτοί αρνήθηκαν λέγοντας ότι θα ήταν μια κουραστική διαδρομή γι αυτόν. Φοβισμένος, με όλα τα φώτα ανοιχτά και την τηλεόραση να δείχνει μια αδιάφορη γι αυτόν παλιά αστυνομική ταινία, στεκόταν στο παράθυρο μετρώντας τις σταγόνες τις βροχής που κυλούσαν. Είχε αγνοήσει την εντολή των γονιών του να πάει για ύπνο, αλλά αντίθετα υπομονετικά τους περίμενε, κοιτάζοντας συνέχεια έξω από το παράθυρο για οποιοδήποτε ίχνος φωτός, μέσα στην σκοτεινή άβυσσο της αδυσώπητης καταιγίδας. Η ορατότητα ήταν πολύ περιορισμένη, ενώ ο δυνατός άνεμος και η <<βαριά>> βροχή απορροφούσαν οποιοδήποτε ήχο. Είχε πανσέληνο, την οποία μετά βίας μπορούσε να διακρίνει στον σκοτεινό ουρανό. Τα δέντρα κουνιόνταν ακανόνιστα και βίαια, παρασυρόμενα από τον ισχυρό άνεμο και την βροχόπτωση. Σκέψεις και φόβοι κατέκλυζαν το μυαλό του. Θυμήθηκε τους τότε θρύλους και μύθους που είχε ακούσει στην πλατεία του χωριού, από μυστηριώδεις ηλικιωμένους που μιλούσαν για λυκάνθρωπους που έρχονται με την εμφάνιση της πανσέληνου, φαντάσματα ανθρώπων που επέστρεφαν πίσω για να εκδικηθούν και άλλα πολλά τέτοια. Ήταν μικρός και η ψυχή του αδυνατούσε να ξεχωρίσει την αλήθεια απ το ψέμα, το μύθο από την πραγματικότητα. Παρόλα αυτά συνέχιζε να στέκεται μπροστά στο μεγάλο παράθυρο, σαν θεατής της μεγαλομανίας της φύσης, τρέμοντας να πλησιάσει κοντά σε άλλα δωμάτια -εκτός του σαλονιού που βρισκόταν- μήπως κάνα μυστηριώδες τέρας από τα άδυτα του κόσμου καραδοκούσε γι αυτόν. Τις συνεχείς σκέψεις του τις διατάραξε μια ισχυρότατη βροντή που ήρθε δίχως προειδοποίηση. Τρομοκρατημένος, κοίταξε τον ουρανό. Τα σύννεφα και το σκοτάδι είχαν γίνει ένα, η πανσέληνος είχε χαθεί, και αναρωτήθηκε γιατί δεν είδε τον κεραυνό, που συνήθως προηγείται. Η καταιγίδα μαίνονταν με μεγαλύτερη μανία απ ότι πριν. Ξαφνικά τα φώτα έσβησαν... και ξανάνοιξαν μετά από λίγα δευτερόλεπτα, κοκαλώνοντας τον και μην ξέρει τι να κάνει. Να πάει να κρυφτεί στην ντουλάπα, να φύγει από σπίτι και να πάει στην γιαγιά του -η οποία έμενε αρκετά μακριά- ή να τηλεφωνήσει στους γονείς του? Τι να πρωτοκάνει? Προσπάθησε να συγκροτήσει την σκέψη του, πράγμα αρκετά δύσκολο μέσα στην ταραχή του. Σκέφτηκε ότι το πιο λογικό ήταν να καλέσει στους γονείς του. Ελαφρά ανακουφισμένος, έσπευσε προς το τηλέφωνο. Καθώς όμως είχε σηκώσει το ακουστικό και σχημάτιζε το νούμερο, μια δεύτερη πανίσχυρη βροντή χάλασε τα σχέδια του. Το ρεύμα έπεσε, και στο σπίτι επικρατούσε πλέον απόλυτο σκοτάδι. Αμέσως παρατήρησε στο παράθυρο κάτι σαν κόκκινη λάμψη φωτός. Άφησε το τηλέφωνο και έτρεξε απεγνωσμένα στο παράθυρο ελπίζοντας ότι πλέον είχαν έρθει οι γονείς του. Αντί γι αυτό όμως είδε κάτι πολύ χειρότερο: μια κολόνα της ΔΕΗ είχε πέσει -πιθανώς από τον ισχυρό άνεμο- και κομμένα καλώδια <<ξερνούσαν>> σπίθες, όπως του φάνηκε, μέχρι που σταμάτησαν και τα πάντα ξαναβυθίστηκαν στο σκοτάδι. Όχι όμως όλα... Μέσα στον πανικό, αγνοούσε σχεδόν εντελώς το τι γινόταν μέσα στο σπίτι. Το ενδιαφέρον του είχε επικεντρωθεί στο παράθυρο. Μόλις λοιπόν, λίγη ηρεμία διαπέρασε το σώμα του, παραξενεύτηκε γιατί ακόμη το σαλόνι είχε λίγο φως, και ένα περίεργο ήχο. Τότε λοιπόν γυρνά πίσω του και -προς μεγάλη του έκπληξη άλλα και φόβο- διαπιστώνει ότι η τηλεόραση ήταν ακόμη ανοιχτή. Έκανε μερικά δειλά βήματα προς το μέρος της, μόνο για να διαπιστώσει ότι έπαιζε ακόμη την ίδια παλιά αστυνομική ταινία. Αμέσως η ταινία του τράβηξε το ενδιαφέρον και παρόλο τον φόβο του κάθισε να την δει, μιας και ήταν το μόνο μέρος στο σπίτι που είχε λίγο φως. Όλο το υπόλοιπο ήταν βυθισμένο σε ένα πρωτόγνωρο γι αυτόν πέπλο σκοταδιού. Η προσοχή του επανήλθε στη ταινία. Από ότι είχε δει, όταν έτρωγε το βραδινό του, ήταν ένας ντεντέκτιβ που προσπαθούσε να βρει τι ακριβώς προκαλούσε τους θανάτους σε μια επαρχιακή πόλη, δίπλα σε αχυρώνες και καλαμποχώραφα. Τις τελευταίες μέρες η τοπική αστυνομία είχε βρει σε σακούλες είκοσι πτώματα ανθρώπων, τα οποία έφεραν πάνω τους χαραγμένα περίεργα σημάδια, σαν ιερογλυφικά. Και τότε κάλεσαν έναν φημισμένο ντεντέκτιβ για να βρει λύση στο μυστήριο. Μέχρι εκεί θυμόταν. Όμως τώρα -όπως έβλεπε- η ταινία είχε εισέρθει σε μια πιο <<σκοτεινή>> πλευρά. Ο ντεντέκτιβ είχε ανακαλύψει σε ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο, σατανικά σύμβολα και τα ίδια σημάδια που ήταν χαραγμένα πάνω στα πτώματα, ενώ παράλληλα κι άλλοι άνθρωποι είχαν εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Και τότε άκουσε -στην καταιγίδα που βρισκόταν- μια φωνή να του λέει: όταν έρθει η καταιγίδα, το σκοτάδι κυριεύει... Η τηλεόραση έκανε παράσιτα και έκλεισε. Ο μικρός είχε μπερδευτεί με την όλη κατάσταση, και αναρωτιόνταν τι να σήμαιναν αυτά που άκουσε στην ταινία, και πως είχε μείνει η τηλεόραση ανοιχτή παρόλο που είχε πέσει το ρεύμα. Πολλές ερωτήσεις που ήταν αδύνατον να απαντήσει έρρεαν στο μυαλό του. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι είχαν ένα φακό στο δωμάτιο των γονιών του, και ότι έπρεπε πάση θυσία να τον πάρει διότι δεν έβλεπε τίποτα πλέον. Τα ματιά του πλέον είχαν προσαρμοστεί στο σκοτάδι, και πλέον μπορούσε να διακρίνει λίγο του τοίχους και τις πόρτες. Πήρε μια βαθιά ανάσα και με όλο το κουράγιο που είχε, προχώρησε με γρήγορα βήματα προς το δωμάτιο, τρέμοντας παράλληλα για την ύπαρξη φοβέρων τεράτων στα άλλα δωμάτια. Φρόντισε να είναι γρήγορος. Με το που πήρε τον φακό έτρεξε στο σαλόνι. Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο... Βρέθηκε σε δίλημμα. Τα γόνατα του έτρεμαν. Δεν ήξερε τι να κάνει. Ποιος να ήταν άραγε? Και πως στο καλό λειτουργούσε χωρίς ρεύμα? Οι ίδιες πάλι ερωτήσεις. Τότε πέρασε απ το μυαλό του ότι μπορεί να ήταν οι γονείς του. Δίχως δεύτερη σκέψη το σήκωσε. Απεγνωσμένα περίμενε να ακούσει κάποιον ήχο. Τίποτα. Απογοητευμένος πήγε να το κλείσει. Όμως τότε ακούει ένα σφύριγμα. Και μετά κάποιον με βαριά φωνή να λέει: όταν έρθει η καταιγίδα, το σκοτάδι κυριεύει... Έκλεισε αμέσως το τηλέφωνο. Έπιασε το κεφάλι του. Τι στο καλό ήταν αυτό? Αναρωτήθηκε. Η κάρδια του χτυπούσε πολύ γρήγορα. Από το μυαλό του περνούσαν χιλιάδες σκέψεις. Όχι για πολύ όμως. Από το δωμάτιο του ακούστηκε ένας δυνατός ήχος. Σαν κάποιος να κοπανούσε το παντζούρι και να προσπαθούσε να μπει μέσα. Αδυνατώντας να προσαρμοστεί στην κατάσταση, έβαλε τα κλάματα και ζητούσε τους γονείς του. Από την άλλη, στο δωμάτιο του ο θόρυβος δυνάμωνε. Έκλεισε τα ματιά του, και τότε είδε ένα όραμα. Είδε τον προπάππου του και αυτόν, να πηγαίνουν μαζί για κυνήγι. Και να του λέει: <<να είσαι δυνατός παιδί μου. Σήκω, και θυμήσου ότι σου είχα πει. Άνοιξε τα ματιά σου>>. Αυτό τον βύθισε σε σκέψεις. Τον προπάππου του δεν τον θυμόταν καλά. Είχαν πάει μόνο δυο φορές για κυνήγι. Θυμήθηκε ότι του είχε πει να είναι γενναίος, του είχε μιλήσει για τη φύση αλλά και πως να χειρίζεται ένα όπλο. Το βρήκε! Αυτό ήταν! έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Έτρεξε αμέσως στο δωμάτιο των γονιών του. Με τη βοήθεια του φακού, βρήκε ένα πιστόλι. Δεν ήξερε αν είχαν και που ήταν, αλλά ένα προαίσθημα τον οδήγησε σ αυτό. Παράλληλα το παντζούρι είχε διαλυθεί και αυτό που ήταν εκεί θα έμπαινε σε λίγο μέσα. Ξαφνικά ένιωσε περίεργα. Ένιωθε πιο δυνατός, πιο σίγουρος και κάτι άλλο που δεν μπορούσε να ερμηνεύσει. Στα αυτιά του αντήχησε μια φωνή. <<είμαι μαζί σου παιδί μου>>... Το παντζούρι είχε διαλυθεί. Το τελευταίο εμπόδιο για αυτή την <<οντότητα>> ήταν μια συρομένη γυάλινη πόρτα. Ευτυχώς οι γονείς του είχαν αγοράσει μια καλή και ανθεκτική, και έτσι θα άντεχε αρκετά χτυπήματα πριν διαλυθεί. Ο Γιώργος κατάλαβε τώρα ότι πρέπει πραγματικά να κάνει γρήγορα...! Πήρε το όπλο στα χεριά του. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Λογικό για την ηλικία του, δεκατριών χρονών. Μπουμ. Το πρώτο ισχυρό χτύπημα του ξένου στην πόρτα. Τα χεριά του έτρεμαν. Και τότε ξαφνικά νιώθει πάλι το ίδιο προηγούμενο περίεργο αίσθημα. Αρπάζει το πιστόλι, τον γεμιστήρα, τον τοποθετεί, το οπλίζει και όλα αυτά δίχως καθόλου προηγούμενη πείρα. Απλώς τα έκανε. Δεν ήξερε πως ή γιατί. Κάτι σαν κάποιος να τον καθοδηγούσε. Μπουμ. Δεύτερο χτύπημα. Η πόρτα δεν άντεξε. Είχε γίνει θρύψαλα. Πήρε το όπλο και κάθισε σε μια γωνιά. Και περίμενε. Ο ξένος είχε μπει μέσα. Προχωρούσε προς το μέρος του. Ήταν ζήτημα λίγων δευτερόλεπτων προτού να συναντηθούν. Τότε τον άκουσε να λέει με μια μυστηριώδη, ανατριχιαστική φωνή: <<έχω κυριαρχήσει>>... Η αγωνία του είχε κορυφωθεί. Τα δάχτυλα του έτρεμαν. Όλο του το σώμα έτρεμε. Περίμενε να φανερωθεί για να του ρίξει. Και τότε διέκρινε μια μαύρη σκιά με ματιά που ανέδυαν μπλε φως. Έκλεισε τα μάτια και με όλο το θάρρος και κουράγιο που είχε, πίεσε την σκανδάλη... Η συνέχεια σύντομα...storiesfromthegrave.com



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου