Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Οι καταραμένοι

Σε ένα μικρό χωριό της Ελλάδας όπου κατοικούν λιγότεροι από 400 άνθρωποι, δεν επικρατεί η αγάπη μεταξύ τους... Φρέσκο χιόνι έχει πέσει και μερικά παιδιά παίζουν φτιάχνοντας μικρούς και μεγάλους χιονάνθρωπους και κάποια άλλα χιονοπόλεμο. Όλα φαίνονται ωραία και ήρεμα, όμως ένας ξένος μπορεί να διακρίνει τον τρόμο και το φόβο που κρύβεται στα αθώα μάτια αυτών των παιδιών... Ναι, σωστά διαβάσατε. Στο βλέμμα των παιδιών. Και αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ! Το όνομα μου είναι Μέρης και πλησιάζω τα 30. Ο δρόμος με έφερε εδώ διότι βρήκα δουλειά ως σιδεράς σε μια μικρή εταιρεία. Δύο μέρες έφταναν για να καταλάβω τί συμβαίνει. Ξεκινώ με την πρώτη μέρα στη δουλειά. Όταν έφτασα είδα ένα μικρό μαγαζάκι με μια μικρή αυλή. Ήταν σχεδόν αδύνατον να τη διασχίσεις αφού υπήρχαν σκορπισμένα μικρά και μεγάλα σκουριασμένα σίδερα. "Καλώς ήρθες" μου είπε το αφεντικό μόλις με είδε και μου έδωσε το χέρι. Μετά ακολούθησαν τα κλασικά, ο καφές και η γνωριμία μας. Δεν μου είπε πολλά για εκείνον. Μόνο ότι ήταν 55 χρονών και χήρος. Πως είχε κουραστεί από τη ζωή και πως ψάχνει κάποιον που να μπορεί να διαχειριστεί το μαγαζάκι. Με πρόσλαβε αμέσως και έφυγε για να ξεκουραστεί. Μπορώ να πω όμως ότι έφυγε λίγο βιαστικά... Εγώ ξεκίνησα αμέσως δουλειά και το πρώτο που έπρεπε να κάνω ήταν να βάλω το μαγαζί σε μια τάξη. Έτσι φώναξα ένα παλιατζή και του έδωσα όλα τα άχρηστα σίδερα. Μετά άρχισα να μαζεύω τα εργαλεία που ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα. Σχεδόν μου πήρε ολόκληρη τη μέρα για να τελειώσω. Όσο περνούσε η ώρα, διάφοροι περαστικοί, δεν άντεξαν στην περιέργεια και με ρωτούσαν τι δουλειά έχω εδώ. Μάλιστα, κάποιος ήθελε να καλέσει την αστυνομία επειδή πίστευε πως ήμουν κλέφτης. Δυσκολεύτηκα να τον πείσω ότι ήμουν ο νέος υπεύθυνος του μαγαζιού. Επιτέλους, ήρθε η ώρα να σχολάσω. Σπίτι, μπάνιο, φαγητό, ξεκούραση. Βγήκα το βράδυ για ποτό ελπίζοντας για νέα γνωριμία... αλλά μάταια... Όταν μπήκα σε μια καφετέρια, ένα άγριο και παγωμένο βλέμμα ένιωσα από παντού. Πρόσεξα ότι όλοι με κοιτούσαν καχύποπτα, με μισό μάτι. Έτσι πήγα στο μπαράκι, πήρα ένα ποτό, τεκίλα συνήθως και κάθισα σε ένα μοναχικό τραπέζι στο πίσω μέρος όπου μπορούσες να δεις τη θάλασσα. Η ώρα ήταν περίπου 22:36 όταν ξαφνικά είδα πως όλοι όσοι κυκλοφορούσαν στους δρόμους, έτρεχαν να κρυφτούν στα σπίτια τους. Στην καφετέρια όπου καθόμουν παρατήρησα πως είχαν κρεμασμένα στην πόρτα και στις γωνιές σκόρδα, σταυρούς και διάφορα άλλα αντικείμενα που δεν έδωσα σημασία όμως υπήρξε κάτι που μου τράβηξε την προσοχή. Η μουσική, ναι η μουσική σταμάτησε να παίζει. Ξαφνικά, ακούω μια φωνή να μου λέει "μικρέ έλα πιο μέσα", αλλά και πάλι δεν έδωσα σημασία. Η ώρα πήγε περίπου 23:00 όταν από μακριά ακούγεται μια κραυγή. Έμοιαζε σαν μια γριά με βραχνιασμένη και κάπως αγριεμένη φωνή. Ακουγόταν σαν μια γιαγιά που της είχαν κλέψει το πορτοφόλι και ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια. Αμέσως μετά ακολούθησαν άλλες φωνές πιο χοντρές και θα ορκιζόμουν ότι κάποιος γελούσε. Ήταν λίγο περίεργο το σκηνικό στην καφετέρια. Όλοι κάθονταν και δεν έδιναν απολύτως καμιά σημασία. Εγώ ανάβω ένα τσιγάρο και λέω με τρομαγμένη φωνή πως κάποιος χρειάζεται βοήθεια. Τότε όλοι με κοίταξαν με ένα αδιάφορο βλέμμα και μετά συνέχισαν σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Εγώ σβήνω το τσιγάρο, πίνω μια γουλιά από το ποτό και σηκώνομαι να φύγω να δω τι τρέχει κι αν μπορώ να βοηθήσω. Λίγο πριν φτάσω στην πόρτα με αρπάζει κάποιος από τον ώμο και με σταματάει: "Δεν σου το συνιστώ. Καλύτερα να κάτσεις εδώ που είσαι μέχρι να ξημερώσει." "Μα πώς μπορείτε? Μπορεί κάποιος να κινδυνεύει". Τότε κάποιος άλλος "Ο μόνος που θα κινδυνέψει είσαι εσύ". Και αμέσως ανοίγω την πόρτα. Τα ουρλιαχτά γίνονταν όλο και ποιο δυνατά. Ο ίδιος κύριος επιμένει: "Εγώ σε προειδοποίησα πάντως" και φεύγω με την απαίτηση: "Το ποτό να με περιμένει. Θα επιστρέψω. Έξω είχε αρκετή παγωνιά και τα δρομάκια ήταν σκοτεινά. Το μόνο που φώτιζε ήταν η πανσέληνος που με ένα παράξενο τρόπο έλουζε το σκοτάδι με φως πολύ όμορφα. Και η θάλασσα ήταν τόσο ήρεμη και γαλήνια και η πανσέληνος της έδινε μαγεία. Έβλεπα σχεδόν τα πάντα. Είχα καιρό να δω μια τόση όμορφη βραδιά. Άρχισα να βαδίζω προς τις φωνές αγωνιώντας και ανατριχιάζοντας επειδή δεν ήξερα τι θα αντίκριζα. Τα πόδια μου και γενικά όλο μου το σώμα τα ένιωθα κομμένα. Είχα χάσει το θάρρος μου. "Εγώ πάντως σε προειδοποίησα". Τι ήθελε να πει πραγματικά με αυτό εκείνος ο κύριος? Συνέχιζα να περπατώ και όσο πλησίαζα τόσο πιο δειλά περπατούσα. Παράλληλα βαθιές σκέψεις πλημμύριζαν το μυαλό μου. Καθώς περπατούσα, κλώτσησα κατά λάθος ένα σίδερο. "Πάρ' το αμέσως" σκέφτηκα, "μπορεί να σου χρειαστεί". Σε μια διασταύρωση αριστερά προς την παραλία ξεχώριζα πλέον τις φωνές από απόσταση δέκα μέτρων. Ήταν τόσο τρομακτικές! "Ω! Θεέ μου τι συμβαίνει εδώ?" μέσα μου μόνο αυτή η σκέψη πλέον με πλημμύριζε. Βρισκόταν μπροστά μου! Ονειρεύομαι ή όχι? Ήταν κάτι με ανθρωποειδές σχήμα, λίγο πιο ψηλό από μένα. Από τα μάτια και από το στόμα έβγαιναν σκουλήκια, ενώ στα χέρια υπήρχαν τεράστια μαύρα νύχια και το σώμα ήταν μελανιασμένο όπως ένα πτώμα που είχε αρχίσει η αποσύνθεση του... Και αυτό το πράγμα ήταν μπροστά μου και με κοιτούσε με μανία. Πιο κάτω από αυτό υπήρχαν κι άλλα τα ίδια που ούρλιαζαν και ερχόντουσαν προς το μέρος μου. Αυτά τα ουρλιαχτά! Μου τρυπούσαν τα αυτιά. Δεν μπορούσα να τα ακούω... "Τι να κάνω?" σκέφτηκα. Μετά φώναξα. Αλλά ποιός να με ακούσει? Είδα το σίδερο που είχα στα χέρια μου. "Τώρα είναι η ώρα" είπα στον εαυτό μου. "Μην το σκέφτεσαι άλλο" άκουσα μέσα μου μια φωνή με συμβουλεύει. Τον χτυπώ στο πρόσωπο αλλά χάνει μόνο την ισορροπία του. Δεν χάνω τη ψυχραιμία μου και τον ξαναχτυπώ. Αυτή τη φορά το πέτυχα και έπεσε κάτω. Αμέσως άρχισα να τρέχω. Δεν ήξερα που θα με έβγαζε ο δρόμος αλλά ήξερα ότι έπρεπε να τρέξω. Από τη βιασύνη μου όμως δεν έβλεπα μπροστά μου αλλά δεν άργησα να καταλάβω ότι ο δρόμος με έβγαλε πίσω στην καφετέρια. Έντρομος όπως ήμουν παίρνω μια βαθιά ανάσα, μπαίνω μέσα και με μεγάλη μου έκπληξη διαπιστώνω ότι το ποτό μου είναι ακόμα εκεί, στη θέση του και με περιμένει. Κάθομαι στο τραπέζι και με το ζόρι καταφέρνω να ανάψω ένα τσιγάρο αφού τα χέρια μου έτρεμαν και δεν μπορούσα να συντονίσω το τσιγάρο με τη φωτιά. Ξαφνικά είδα να έρχεται ο κύριος που μου μίλησε πριν φύγω και κάθισε δίπλα μου. "Λοιπόν? Τους είδες?" με ρώτησε. "Ναι, τί ήταν όλο αυτό?" Ρώτησα εγώ με τα μάτια μου καρφωμένα στα δικά του. Η απάντηση του ήρθε αμέσως: "Είναι οι καταραμένοι. Καλώς ήρθες στο καταραμένο χωριό. Όπου οι άνθρωποι δεν βρίσκουν ποτέ τον θάνατο". "Τί λες" τον ρωτώ κατάπληκτος. "Πώς μπορεί να γίνεται αυτό?". Και ο κύριος αρχίζει και μου εξιστορεί: Top of Form "Μια παλιά κατάρα βασανίζει το χωριό μας πολλά χρόνια. Αρκετό καιρό πριν σε μια εκκλησία σκότωσαν μια γριά αφού την ανάγκασαν να δει μπροστά στα μάτια της τον βιασμό της κόρης της και το άγριο φονικό των εγγονιών της. Πριν ξεψυχήσει καταράστηκε ολόκληρο το χωριό και μαζί με το θάνατο της ήρθε και φωτιά στην εκκλησία η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς". Σταμάτησε να μιλά και με κοίταξε. "Σε είδαν?". "Ναι" απαντώ ξερά εγώ. Σκυθρωπός, σκύβει το κεφάλι του: "Τώρα πια ανήκεις σε αυτούς.. Πρόκειται για θέμα χρόνου να γίνεις κι εσύ ένας καταραμένος". Πίνω προβληματισμένος λίγο από το ποτό μου. "Δεν γίνεται. Κάτι θα υπάρχει που να μπορεί να λύσει την κατάρα" του είπα αμέσως μετά. "Ναι αλλά κανένας δεν τα κατάφερε..." μου απαντά εκείνος. "Πες μου τι μπορώ να κάνω εγώ και θα το κάνω". "Πρέπει να πας να σκάψεις στον τάφο της και να καρφώσεις ένα σταυρό στην καρδιά της στο καμένο της λείψανο. Πρόσεξε κάτι όμως. Πρέπει να γνωρίζεις πως η ψυχή της τριγυρνά στο κοιμητήριο και πάνω από τον τάφο της. Πολλοί που προσπάθησαν, δεν τα κατάφεραν και πλέον τριγυρίζουν σαν καταραμένοι στο στοιχειωμένο μονοπάτι του κοιμητηρίου." είπε σοβαρά ο κύριος. "Εντάξει. Εγώ θα το κάνω. Πόσο χρόνο έχω?" τον ρώτησα αποφασισμένος. "Έχεις πέντε μέρες. Και φτάνει μόνο ένα τους άγγιγμα για να συντομέψουν οι ώρες που σου απομένουν>>. Εγώ εκείνη την ώρα ένιωθα εξαντλημένος και νύσταζα. Γι' αυτό ζήτησα από αυτόν το κύριο να μου επιτρέψει να ξαπλώσω στον καναπέ. Έτσι έγινε και δεν άργησα να αποκοιμηθώ. Το επόμενο πρωί όταν ξύπνησα αναζωογονημένος και έτοιμος για τη μεγάλη μου περιπέτεια. Δεν άργησα να διαπιστώσω ότι το προηγούμενο βράδυ, κάτι φρικιαστικό και τρομερό είχε συμβεί μέσα στην καφετέρια. Τα φρικιαστικά αυτά όντα που μοιάζουν με ανθρώπους η αλλιώς οι καταραμένοι όπως τους ονομάζανε κάνανε επίθεση. Όλα τα άτομα που βρίσκονταν εκεί ήταν νεκρά. Το μόνο που μπορούσα να διακρίνω ήταν παντού αίμα. Στους τοίχους, στα αναποδογυρισμένα τραπέζια, στα σπασμένα τζάμια, στο πάτωμα. Μισοφαγωμένα πτώματα με τα σπλάχνα τους σκορπισμένα δεξιά και αριστερά. Δεν πίστευα σε αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου και ήθελα αμέσως να ξυπνήσω από το όνειρο. Μάταια όμως... Ήμουν ήδη ξύπνιος και για κάποιο λόγο ήμουν ο μοναδικός ζωντανός. Ολόκληρο το βράδυ αυτά τα πλάσματα βρίσκονταν δίπλα μου, τρώγοντας τους πάντες και σε εμένα δεν πείραξαν ούτε μια τρίχα! "Γιατί όχι εμένα?" σκέφτηκα γεμάτος απορία. Κάπως έτσι λοιπόν, με τη ψυχή στο στόμα, ξεκινώ για τη μεγάλη μου περιπέτεια. Αφού εφοδιάστηκα με όλα τα απαραίτητα για το μεγάλο φινάλε, πήρα το δρόμο για το κοιμητήριο με το μοναδικό σκοπό να σπάσω την κατάρα που βαραίνει αυτό το χωριό. Λίγα μέτρα έξω από το στοιχειωμένο μονοπάτι επικρατούσε απόλυτη ησυχία ανάμεσα στο χάος. Μέσα στο σκοτεινό δάσος μπορούσε να ακούσει κάποιος μόνο το θρόισμα των φύλλων από τα δέντρα. Ούτε ίχνος από κάποιο ζωντανό που θα μπορούσε να κατοικεί εκεί. Πλησιάζοντας όλο και περισσότερο, παρατήρησα ότι καταραμένοι περιπλανιόνται σαν χαμένοι στο στοιχειωμένο μονοπάτι. Ήταν αδύνατον να το διασχίσω ακόμα και τώρα στο φως της ημέρας. Ο ίδιος τρόμος και φόβος κυριαρχούσε στο κορμί μου. Κάθισα για να σκεφτώ τι θα μπορεί να υπάρχει που θα το απωθούσαν αυτά τα φρικιαστικά πλάσματα ώστε να μην κινδυνεύσω. Αλλά μετά θυμήθηκα ότι ούτε οι σταυροί, ούτε το σκόρδο έκαναν κάτι, αλλιώς δεν θα έμπαιναν στην καφετέρια. Έτσι ως μοναδική λύση ήταν να περάσω από το σκοτεινό δάσος απαρατήρητος. Μάταια όμως... Ήταν ήδη εκεί και με είχαν περικυκλώσει. Κάθονταν γύρω από εμένα και με κοιτούσαν ακίνητοι με τα σκουλήκια να μπαινοβγαίνουν στα μάτια και στο στόμα. Πόση φρίκη, Θεέ μου? Χωρίς δεύτερη σκέψη και με το φόβο και τον τρόμο για οδηγό, άρχισα να περπατώ δειλά προς το μονοπάτι έχοντας δίπλα μου αυτούς να μου ανοίγουν το δρόμο και να με κοιτάνε. Δεν είχα ακόμα καταλάβει πως η ώρα της μετάλλαξής μου θα ερχόταν νωρίτερα και πως το σώμα μου είχε αρχίσει να βγάζει μια καινούργια μυρωδιά. Την σαπίλα... Γι' αυτό δεν είχαν λόγο να μου κάνουν κακό, διότι θα γινόμουν σύντομα ένα με αυτούς. Φτάνοντας στο χώρο της ταφής κοιτάζω τριγύρω προσεχτικά για την ψυχή της γριάς αλλά δεν είδα οτιδήποτε. Έτσι είχα την άνεση να σκάψω τον τάφο, να καρφώσω τον σταυρό στην καρδιά της και να την κάψω. Το έκανα... Έπρεπε να περιμένω για τη μεγάλη εξέλιξη. Μα όσο περνούσε η ώρα παρατήρησα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν έγινε αυτό που περίμενα. Δεν έσπασε η κατάρα. Εκείνος ο κύριος έκανε ένα μεγάλος λάθος. Την κατάρα δεν την έδωσε η γριά. Οι κάτοικοι μπορεί να μην βρίσκουν τη γαλήνη στο θάνατο αλλά κάποιος άλλος καταράστηκε το χωριό. Κάποιος με μεγάλες δυνάμεις! Εγώ δεν μπορούσα πια να κάνω κάτι άλλο και το σώμα μου το ένιωθα να υποκύπτει. Παραδόθηκα στην κατάρα και κατέληξα μαζί με τους άλλους, περιπλανώμενος να σκοτώνω μέχρι και τον τελευταίο ζωντανό του χωριού. Γονείς, παιδιά, ολόκληρες οικογένειες μόνο και μόνο για να ικανοποιήσω την πείνα μου. Την πείνα μου για σάρκα και αίμα... Συγγραφή: Καλημέρης Παπαχρήστος.E-mail: ssppaccee@hotmail.com http://ift.tt/Tt3bAB



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου