Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Δεν ήταν όνειρο

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι αληθινό γεγονός και μου συνέβη πριν περίπου 3 χρόνια, όταν ήμουν φοιτήτρια στην Ηγουμενίτσα. Βρισκόμουν στο πρώτο έτος της φοίτησης μου και όπως είναι εύλογο ζούσα μόνη μου, για πρώτη φορά, πολύ μακριά από τους γονείς μου και την ασφάλεια του σπιτιού μου. Μόλις που είχα αποκτήσει κάποιους φίλους και μαζευόμασταν και αράζαμε σπίτι μου μιας και ήταν 2άρι και το πιο μεγάλο που διέθετε κάποιος από τη παρέα. Ένα βράδυ λοιπόν, όπως όλα τα άλλα μαζευτήκαμε με τα παιδιά, καθίσαμε, φάγαμε, παίζαμε <<πες βρες>> και χασκογελούσαμε, μέχρι που πήγε περίπου 3 και φύγανε. Ήμουν τόσο εξαντλημένη που με το που έκλεισε και ο τελευταίος την πόρτα έπεσα ξερή για ύπνο, αφήνοντας τα πάντα ανοιχτά (φώτα, μπαλκονόπορτα, ξεκλείδωτη πόρτα, τηλεόραση κλπ...). Κάποια στιγμή, βλέπω στον ύπνο μου ότι ξύπνησα και σηκώθηκα λέει μηχανικά και κλείδωσα τη πόρτα, μετά έσβησα τα φώτα, και έκλεισα την τηλεόραση. Και καθώς πήγαινα να κλείσω και την μπαλκονόπορτα, βλέπω στη βεράντα, έναν άντρα καθιστό, ελαφρώς χαμογελαστό με μαύρα ρούχα και μαύρο καπέλο να κοιτάει προς τα μέσα. Πηγαίνοντας να σηκωθεί εγώ βιαστικά έκλεισα την μπαλκονόπορτα και έτρεξα στο κρεβάτι μου. Το τρομακτικό της ιστορίας είναι πως δεν ήταν όνειρο. Όταν ξύπνησα (κανονικά αυτή τη φορά κάπου στις 5) είδα πως όλα τα φώτα ήταν κλειστά, η πόρτα κλειδωμένη, η τηλεόραση κλειστή και όσο για τη μπαλκονόπορτα, το χερούλι που κλειδώνει ήταν χαλασμένο και την βρήκα μισάνοιχτη. Στο χέρι μου φορούσα ένα κομποσκοίνι που μου είχε κάνει δώρο η κολλητή μου, διαβασμένο σε μοναστήρι όπως μου είχε πει. Το πρωί λοιπόν το βρήκα στο χέρι μου πάνω αλλά ξεχειλωμένο, σαν κάποιος να προσπαθούσε να μου το βγάλει. Μετά από μια βδομάδα, συνομιλώντας με μια κοπέλα από τη σχολή η οποία πιστεύει ακράδαντα σε αυτά τα μεταφυσικά και τα περίεργα μου είπε πως ο πνευματικός της, της είχε πει πως πολλές φορές ο διάβολος εμφανίζεται ως ένας καλοντυμένος άντρας μαυροφορεμένος, συχνά όμορφος και προσπαθεί να σε δελεάσει με αυτό τον τρόπο για να πάρει τη ψυχή σου και πως μάλλον, το κομποσκοίνι το βρήκα σε αυτή τη κατάσταση γιατί ήταν το μόνο που τον εμπόδιζε από το να κάνει αυτό που ήθελε και πως γι αυτό ξύπνησα καλά και υγιής. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι συνέβη, και γιατί, ούτε είμαι σίγουρη αν πιστεύω σε αυτά... Ακόμα και σήμερα αναρωτιέμαι, το σίγουρο όμως είναι ότι συνέβη πραγματικά και είναι αληθινό γεγονός πέρα για πέρα. http://ift.tt/1mM1XyO



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Μια ιστορία από το χωριό

Τα ελληνικά χωριά έχουνε τις δικές τους ομορφιές το καθένα, τις δικές τους παραδόσεις και δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι περίεργες-τρομακτικές ιστορίες, που μεγάλωσαν ή τρόμαζαν ολόκληρες γενιές παιδιών. Πολλές φορές αν δεν μου άρεσε ένα φαγητό και δεν ήθελα να φάω, όταν ήμουν μικρός θυμάμαι την γιαγιά να μου λέει. - Αν δεν φας το φαγητό σου θα έρθει να σε πάρει το Μπομπιδι !! Κι εγώ εννοείται μόνο και μόνο από το άκουσμα της λέξης φοβόμουν. Μου είχε μείνει αυτή η λέξη. Το έλεγε συχνά η γιαγιά μου. Έτσι λοιπόν σκέφτηκα τώρα που μεγάλωσα να ρωτήσω, να μάθω την ιστορία του χωριού. Σύμφωνα με τον μύθο, πριν πολλά χρόνια στην κεντρική πλατεία του χωριού συνέβη ένα τρομερό ατύχημα. Ένα κοριτσάκι έπαιζε ανέμελο με την παρέα της το γνωστό παιχνίδι, μήλα. Η μπάλα έφυγε στον δρόμο. Το κοριτσάκι έτρεξε να την βρει. Είχε πέσει μέσα σε μία λιμνούλα, που βρισκόταν δίπλα στον χωματόδρομο. Πέρασαν 10 λεπτά, 20 , 30, 1 ώρα και ακόμα να γυρίσει η μικρή. Τα υπόλοιπα παιδιά την έψαξαν σε όλη τη λίμνη αλλά πουθενά. Πανικός επικρατεί στο χωριό. Φωνές, κλάμα, όλη μέρα και όλη νύχτα το χωριό έψαχνε την μικρή Χριστίνα. Μια εβδομάδα πέρασε και συνέχιζε να αγνοείται. Δεν είχε βρει κανένας ούτε την μπάλα που έπαιζαν τα παιδιά. Τότε άρχισαν να συμβαίνουν περίεργα περιστατικά. Καταγράφηκαν 36 άτομα σε μόλις 5 μέρες που ανέφεραν στον ιερέα της επαρχίας ότι είδαν στον ύπνο τους την μικρή Χριστίνα να περπατάει κλαίγοντας. Δεν ήταν μόνη. Της κρατούσε το χέρι ένας ψηλός, αδύνατος μαυροφορεμένος άντρας. Κανείς δεν έβλεπε το πρόσωπο του. Ήταν σαν σκιά. Χαμός. Το μισό χωριό ήταν στην εκκλησία για να τους διαβάσει ο παππάς και να πιούνε Αγιασμό. Επικρατούσε τρόμος σε όλη την κοινότητα. Μπομπίδι, ήρθε το μπομπίδι!!! Έτσι έλεγαν τους δαίμονες στην τοπική διάλεκτο. Ο δήμαρχος του χωριού κάλεσε στην λειτουργία της Κυριακής όλους τους κατοίκους. Επικρατούσε φόβος. Πανικός. Στραβοκοιτούσαν την οικογένεια της μικρής μέχρι και ο ιερέας! Εσείς φέρατε τα μπομπίδια!!! Μερικοί τους είπαν. Με αυτά και με αυτά, πέρασαν 25 χρόνια χωρίς να συμβεί τίποτα περίεργο. Όλοι σχεδόν το ξέχασαν το θέμα. Εκτός των γονιών φυσικά. Και τότε ξεκίνησε η αρχή του χειρότερου εφιάλτη τους. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1978 ένα αντρόγυνο χτυπάει την πόρτα του χαμόσπιτου τους. -Καλησπέρα σας. Είστε οι γονείς της Χριστίνας? Από το 1978 μέχρι και το 1982 σε έναν δρόμο, 45 χιλιόμετρα έξω από το χωριό, ένα μικρό κοριτσάκι κρατώντας μια μπάλα στα χέρια σταματούσε τους περαστικούς οδηγούς. - Θέλω να πάω στη Μαμά και στο μπαμπά, έλεγε. Τους οδηγούσε στο χωριό. Μόλις ξημέρωνε, και έφταναν στο χωριό οι άνθρωποι. Όταν γυρνούσαν να δούνε το πίσω κάθισμα, δεν υπήρχε κανένα κοριτσάκι αλλά μόνο η παιδική μπάλα. Ο παππούς μου είπε ότι η μητέρα της μικρής Χριστίνας αυτοκτόνησε κόβοντας τις φλέβες της στις 25 Ιανουαρίου του 1984. Λένε πως ακόμα ζει ο πατέρας. Είναι 86 ετών. Αν επισκεφτείς το χωριό θα τον δεις. Τρελό-Κώστα τον φωνάζουν. Στην αυλή του σπιτιού του κάθεται παραμιλώντας σε μία κουνιστή καρέκλα. Απλανές βλέμμα. Κοιτάει πάντα κάτω. Δεν έχει επαφή. Λίγο πιο δίπλα του υπάρχει ένα καλάθι γεμάτο παλιές παιδικές μπάλες. Λέτε να είναι αυτές που το πνεύμα της μικρής Χριστίνας άφηνε στα πίσω καθίσματα των αυτοκινήτων? Από τον φίλο Τηλέμαχο



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn